Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Καλαρρύτες - Αρχιτεκτονική και Νεότερα μνημεία.


Καλαρρύτες
Από την πέτρα του τόπου γεννιέται και η αρχιτεκτονική του χώρου. Η δομή του οικισμού ακολουθεί το γενικό πρότυπο των ορεινών χωριών, που κυριαρχεί στην Ήπειρο με απλές γεωμετρικές γραμμές, προσαρμοσμένη στον ηπειρωτικό χώρο και κλίμα. Το έδαφος διαμορφώνει και αυτό τη μορφή του. 
Στους Καλαρρύτες η απότομη πλαγιά και η μεγάλη κλίση της έχει σαν αποτέλεσμα τα πρώτα σπίτια στην κορυφή να απέχουν από τα τελευταία που βρίσκονται στο χείλος της χαράδρας, πάνω από 500 μέτρα. Ο οικισμός συγκροτείται γύρω από την κεντρική πλατεία, που συγκεντρώνει όλη τη δραστηριότητα του χωριού, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική. Η διαφοροποίηση των Καλαρρυτών, ως προς το τυπικό ηπειρωτικό ορεινό χωριό, είναι ότι εδώ η ενοριακή εκκλησία βρίσκεται λίγο απομακρυσμένη από το κέντρο τους.



Σπίτια 
Το χτίσιμο, όπως αναφέρεται από τους περιηγητές του 19ου αιώνα, κόστιζε ακριβά λόγω της μεταφοράς της ασβεστολιθικής πέτρας από τα γειτονικά λατομεία, αλλά και της ξυλείας από τα Πράμαντα και τους Μελισσουργούς. Το ίδιο παρατηρείται και σήμερα, που οι κάτοικοι θέλουν να συντηρήσουν, να επισκευάσουν ή να χτίσουν καινούρια σπίτια και όλες οι μεταφορές υλικών γίνονται με ζώα ή από εργάτες. 

Η γκρίζα πέτρα είναι το κύριο υλικό δόμησης και τα κυρίαρχο αρχιτεκτονικό στοιχείο των σπιτιών του χωριού. Χρησιμοποιείται άφθονη για την οικοδόμηση των σπιτιών, τις στέγες, τα δάπεδα στα κατώγια, τις αυλόπορτες και τις αυλές, το στρώσιμο στα καλντερίμια, την κατασκευή σκέπαστρων για τις βρύσες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα ορισμένων μεγάλων οικιών είναι οι πέτρινες καμάρες στο ισόγειο, που στηρίζουν το όλο οικοδόμημα. Την εξωτερική δωρική όψη της οικίας με την πελεκητή πέτρα και τα ξύλινα σαζάνια, αντισταθμίζουν τα τοξωτά ανοίγματα σε πόρτες και παράθυρα με τα χαρακτηριστικά «κιονόκρανα» εκατέρωθεν. 
Τα παράθυρα με τα χαρακτηριστικά χρώματα, μπλε, πράσινο ή καφέ, εξαιτίας του ψυχρού χειμώνα, έχουν εσωτερικά παντζούρια και φέρουν ξύλινα ή σιδερένια κάγκελα στους ορόφους και ολόκληρη σιδεριά στα κατώγια. Η καλαρρυτινή κατοικία, όπως άλλωστε όλες στον ηπειρώτικο χώρο, όταν είναι διώροφη ή τριώροφη, τρίχωρη ή τετράχωρη, έχει στο ισόγειο (κατώγι) όλους τους βοηθητικούς χώρους: αποθήκες, μαγειρείο (με γάστρα για το ψήσιμο ψωμιού και φαγητού) και αρκετές φορές την επαγγελματική στέγη με το εργαστήριο υφαντικής ή ασημουργίας. 
Στα κατώγια, που ενίοτε κυλούν νερά, όλα είναι φτιαγμένα από πέτρα. Στον όροφο (ανώγι) βρίσκονται τα δωμάτια, που είναι χώροι διαμονής και υποδοχής, το χειμερινό (οντάς) με το τζάκι και με πλατιά μπάσια καλυμμένα με μάλλινα υφαντά και το καλοκαιρινό (χωτζιαρές). Το παραδοσιακό τζάκι από πωρόλιθο φέρει μερικές φορές παράθυρο για φως στο βάθος του. Χαρακτηριστικός είναι ο νεροχύτης του ανωγιού, με βρύση ή χωρίς. Τα ταβάνια, όπως και το πάτωμα του ανωγιού είναι πάντα ξύλινα. Στα αρχοντικά υπάρχουν ροζέτες στο κέντρο του ταβανιού, συνήθως με αναπαράσταση φύλλων ακάνθου. Και όπως το έδαφος είναι επικλινές, υπάρχουν συνήθως ξεχωριστές είσοδοι για κάθε όροφο.


Ο εξοπλισμός της κατοικίας σε κινητά έπιπλα είναι λιτός και απέριττος. 
Κασέλες και χαμηλά τραπέζια, κλίνες, σκαμνιά και παραδοσιακές μεσάντρες (ντουλάπες), όλα είναι κατασκευασμένα από αγριόξυλο. Σε ειδικούς χώρους στις μεσάντρες φυλάσσονται τρόφιμα και ρουχισμός. Τα σκεύη μαγειρικής είναι πήλινα, μπρούτζινα ή χάλκινα. Αξιόλογα κτίρια είναι οι οικίες Ραφτάνη και Μπαϊκούση (18ου αιώνα), Κασαρία Φασούλα, Κωσταδήμα, Μπαζάκη, Νέσση, Πατούνη (19ου αιώνα) και το παλιό δημοτικό σχολείο (20ου αιώνα).


Βρύσες, γεφύρια, αλώνια, νερόμυλοι
Η έντονη κλίση του εδάφους στον οικισμό, που καταλήγει απότομα στην χαράδρα του Καλαρρύτικου, υποχρεώνει τους κατοίκους να κατασκευάζουν καλλιεργήσιμη γη με ξερολιθιά, τα γνωστά κηπάρια, όπου καλλιεργούν τα κηπευτικά τους. Η ξερολιθιά, που συγκρατεί τη μικρή γεωργική γη, συνιστά την ίδια την ταυτότητα του ορεινού όγκου και παρουσιάζει ενδιαφέρον από την πλευρά της πολιτιστικής οικολογίας. Η κοινότητα είναι γεμάτη από τέτοιου είδους κηπάρια.
Η ύδρευση του οικισμού εξασφαλίζεται από τις πηγές που υπάρχουν πάνω και μέσα σε αυτόν. Είναι χαρακτηριστικός ο ήχος των νερών που τρέχουν από τις πολλές βρύσες, στεγασμένες ή όχι, φτιαγμένες από πέτρα και με παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Καθεμιά από τις βρύσες φημίζεται για το ιδιαίτερο νερό που προσφέρει, χωνευτικό, βαρύ ή κατάλληλο για μαγείρεμα οσπρίων.
Τα νερά τρέχουν κάτω από τα τοξωτά γεφυράκια που ενώνονται με τα πέτρινα καλντερίμια, εξασφαλίζοντας έτσι τις μετακινήσεις των κατοίκων και τις μεταφορές. Η βρύση του Παράσχη (1768) είναι θολωτή με παραδοσιακή αρχιτεκτονική, στεγασμένη με τρούλο. Βρίσκεται δίπλα στην Κασαρία Φασούλα, αρχοντικό κτίριο και παρασκευαστήριο τυριών στη ΒΔ πλευρά του οικισμού. Τα μέλη της οικογένειας Παράσχη ήταν αρχικά έμποροι στα Γιάννενα από το 1763 και αργότερα στη Βενετία και το Λιβόρνο (1799-1811).
Γνωστές επίσης είναι : της Γκούρας, του Νέσση δίπλα στην Πλατεία, του Μπαργιάννη, του Μπαζάκη στη θέση Πλάκα, της Τσόρας στην ένωση των δρόμων από Κηπίνα και Θεσσαλία, στη θέση Κέλλι από τη ΒΔ είσοδο του χωριού, Μπούφου, Φύτρου κοντά στα χαλάσματα του σπιτιού της οικογένειας Βούλγαρη, Πάτη, Τζάμινας στα ΒΔ του χωριού, Μπάλτας και Γκόντρου στην είσοδο από Κηπίνα. 
Γνωστές γέφυρες μέσα στον οικισμό υπάρχουν στις θέσεις Μίντζα και Τουρτούρη. Έξω από τον οικισμό αξιόλογη είναι η κρεμαστή γέφυρα Γκόγκου στον Καλαρρύτικο, έργο του Γερμανού μηχανικού Baykman (1935), το γεφύρι της Κουϊάσας, σε ύψος πάνω από 20 μέτρα στην Κηπίνα προς τον οικισμό Χριστοί Πραμάντων και του Καρλίμπου προς το μοναστήρι Βύλιζα Ματσουκίου.
Αλώνια στην ορεινή περιοχή θα βρούμε αρκετά, αφού η γεωργική καλλιέργεια, που γινόταν από τις γυναίκες, περιλάμβανε παραγωγή από σιτάρι και κριθάρι, η οποία κάποτε αρκούσε για τις ανάγκες των κατοίκων. Τα περισσότερα βρίσκονται στις θέσεις Τσόρα, Άργι (κοντά στη βρύση Παράσχη) και Κέλλι.
Από το 1750 και έπειτα κατασκευάστηκαν νερόμυλοι, που ήταν απαραίτητοι στην επεξεργασία των πρώτων υλών για τη διατροφή των κατοίκων αλλά και των υφαντών και την καθαριότητα. Μέσα στον οικισμό για το χειμώνα υπήρχε ο νερόμυλος στη θέση Ραφτάνη, ενώ για το καλοκαίρι στον ποταμό Καλαρρύτικο υπάρχει νερόμυλος στη θέση Κουιάσα με μαντάνι (για τα μαλακά ρούχα) και δρυστέλλα (για τα σκληρά).

Εκκλησίες – Μοναστήρια 
Δύο σπουδαία μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς που μπορεί κανείς να επισκεφθεί είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, μέσα στον οικισμό και το μοναστήρι της Κηπίνας, λίγα χιλιόμετρα πριν το χωριό, στο δρόμο που έρχεται από την Άρτα και τα Ιωάννινα. Ο ενοριακός ναός του Αγίου Νικολάου, πολιούχου των Καλαρρυτών, χτίστηκε τον 15ο αιώνα, πιθανόν το 1480. Βρίσκεται μέσα στον οικισμό και είναι μεγάλη τρίκλιτη, τρισυπόστατη τρουλαία βασιλική, με επιμελημένο χτίσιμο και πολύ ψηλό τρούλο. Η εκκλησία πυρπολήθηκε το 1821 και τα σημερινά ξυλόγλυπτα (τέμπλο, άμβωνας και δεσποτικό) κατασκευάστηκαν το 1845 από μετσοβίτη τεχνίτη. Ο κεντρικός πολυέλαιος κατασκευάστηκε στην Τεργέστη και δωρίσθηκε από την οικογένεια Νέσση τον 19ο αιώνα. Τα δύο πλαϊνά κλίτη είναι αφιερωμένα, το μεν δεξιό στον Άγιο Χαράλαμπο και το αριστερό στους Αγίους Πάντες. 
Στην εκκλησία φυλάσσονται εκκλησιαστικά είδη άξια θαυμασμού, έργα ονομαστών καλαρρυτινών ασημουργών, όπως το ευαγγέλιο που έχει σταχωθεί από τον Αθ. Τζιμούρη. Οι τοιχογραφίες του ναού είναι εξαιρετικής τέχνης. Υπάρχουν δε τρία στρώματα με τοιχογραφίες διαφορετικών εποχών. Την εκκλησία μπορεί να επισκεφθεί κάποιος μετά από συνεννόηση με τον ιερέα ή κατά τη διάρκεια μιας λειτουργίας. Απαγορεύεται όμως η φωτογράφηση μέσα στο ναό. 

Δεύτερος ενοριακός ναός είναι της Αγίας Τριάδος, χτισμένος το 1818 στα ΒΑ του χωριού, εκεί όπου βρίσκεται και το κοιμητήριο. Ο ναός αυτός καταστράφηκε κατά την επανάσταση του 1821 αλλά και το 1943 από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Για την επισκευή του μετά την πρώτη καταστροφή, ο Αν. Μπάφας έστειλε χρήματα από τη Ζάκυνθο το 1846. Με ευθύνη και επιμέλεια του Πανθεσσαλικού Συλλόγου "Οι Καλαρρύτες" και εισφορές Καλαρρυτινών, έγινε το 1999 η αναστήλωση του Ιερού Ναού, που γιορτάζει του Αγίου Πνεύματος.


Ιερά Μονή Κηπίνας
Εκτός από τους ναούς μπορεί κανείς να επισκεφθεί και ξωκλήσια, όπως:
Του Αγίου Αθανασίου, ΒΔ της κοινότητας    

Της Παναγίας, 1400 μέτρα πάνω από το χωριό 
Των Αγίων Αναργύρων, ΒΑ στη θέση Λιβάδι, κοντά στο Άβατο 
Του Άγιου Χριστόφορου, λίγο πριν την είσοδο του χωριού, στο δρόμο από τα Ιωάννινα και την Άρτα   
Της Αγίας Παρασκευής, κάτω από το βουνό Καλόγηρος, σε απόκρημνη θέση μέσα σε μια σπηλιά, σε υψόμετρο 1750 μ.
Του Προφήτη Ηλία, σε υψόμετρο 1690 μ.  
Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ΒΑ της κοινότητας και την Ιερά Μονή Κηπίνας:
Ιερός και επιβλητικός χώρος, άγρια ομορφιά, περίτεχνη δόμηση. Το εντυπωσιακό μοναστήρι με την ιδιότυπη αρχιτεκτονική βρίσκεται κοντά στον οικισμό Κηπίνας, στο δρόμο Κηπίνας – Καλαρρυτών. Είναι χτισμένο στο μέσο σχεδόν ενός τεράστιου βράχου στη ΒΑ πλευρά του άγριου φαραγγιού του Καλαρρύτικου ποταμού και προκαλεί θαυμασμό η θεμελίωση και το κρίσιμο σε τόσο ύψος, πάνω από κατακόρυφους βράχους.
Η μονή είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πανηγυρίζει όμως την Παρασκευή της Διακαινησίμου, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής.
Το όνομα, σύμφωνα με γλωσσολόγους, προέρχεται μάλλον από το σλάβικο Κίπ, που σημαίνει εικόνα ή ζωγραφιά και την κατάληξη –ίνα. Το όνομα αυτό πήρε αργότερα και ο γειτονικός οικισμός Αρμπορέσι. Ο Σεραφείμ Βυζάντιος γράφει ότι το μοναστήρι χτίστηκε το 1212 από τον επίσκοπο Γρηγόριο, όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου.
Για να μπούμε στο μοναστήρι ανεβαίνουμε από μονοπάτι που είναι λαξεμένο στην πλαγιά του βράχου και φθάνουμε σε μικρή κρεμαστή ξύλινη γέφυρα πριν την είσοδο. Η γέφυρα ήταν και παραμένει κινητή και σηκωνόταν με μηχανισμό, έτσι ώστε το μοναστήρι να καθίσταται απροσπέλαστο στους επίδοξους επιδρομείς, αφού δημιουργείται κενό 4 μέτρων στο γκρεμό όταν σηκώνεται. Στον περίβολο της μονής στα δεξιά, υπάρχει το μνήμα του ηγούμενου Χρύσανθου. 
Το καθολικό της μονής βρίσκεται στον λαξεμένο βράχο και είναι μια μικρή μονόκλιτη βασιλική με τρούλο και με τοιχογραφίες που πιθανόν έγιναν τον 17ο αιώνα. Η οροφή του ναού σμιλεύθηκε και μεταβλήθηκε σε θόλο. Στο κοίλωμα του βράχου χτίστηκαν σε δύο επίπεδα το ισόγειο με χώρο υποδοχής και το χειμωνιάτικο, όπου υπάρχει ξύλινο ντουλάπι – πόρτα που οδηγεί σε κρύπτες. Στον όροφο, τα κελιά των μοναχών και το αρχονταρίκι, προσφέρουν μοναδική θέα προς τον οικισμό και το ποτάμι.

Η ιδιαιτερότητα της μονής είναι ότι απ΄τη βόρεια είσοδο του πρόναου αρχίζει η είσοδος ενός σπηλαίου με διαδρομή μήκους 240μ., μέγιστο ύψος 9 μ. το οποίο έχει εξερευνηθεί το 1956 και το 1993 από την Άννα Πετρόχειλου και τον Στέφανο Νικολαϊδη, μέλη του Σπηλαιολογικού Ελληνικού Εξερευνητικού Ομίλου. Το σπήλαιο ήταν κάποτε κοίτη υπόγειου ποταμού, γι’ αυτό και στους πρόποδες του βράχου όπου βρίσκεται το μοναστήρι βγαίνει άφθονο νερό.
Σήμερα είναι μετόχι της Ιεράς Μονής Τσούκας (1931) και ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων. Ανακαινίστηκε πρόσφατα και μπορούν να το επισκεφθούν προσκυνητές μετά από συνεννόηση με τον ιερέα Λάμπρο Αρλέτο (τηλ. 26590-61790) και τον Δημήτριο Κώτση (τηλ. 26590-61186).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.