Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Η ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ του Καθηγητή Αχιλλέα Λαζάρου.


ΣΑΜΑΡΙΝΑ η ωραία του Σμόλικα

Βαλκανικός νοείται κατά κανόνα ο χώρος της νοτιοανατολικής Ευρώπης, ο οποίος χωρίζεται από τον κορμό της ευρωπαϊκής ηπείρου με το ρεύμα του Δουνάβεως. Σύμφωνα δε με την πλέον πρόσφατη εθνωνυμική ονοματοθεσία περιλαμβάνονται σ' αυτόν από βορρά προς νότο η ρουμανική Δοβρουτσά, απομεινάρι της κάποτε Μικράς Σκυθίας, η Βουλγαρία, η Σερβία, η Σλοβενία, η Κροατία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο, η Αλβανία, τα Σκόπια (FYROM), η Ελλάδα και το τουρκικό τμήμα της Θράκης, της οποίας οι ήκιστα προσήκουσες πρακτικές επανασυγκολήσεως στην Τουρκία είχαν αποτελέσει πρόσθετο λόγο για τον επιφανή πολιτικό και πανεπιστη-μιακό ιστορικό, ακαδημαϊκό N. lorga, μη συμμετοχής του σε βαλκανικό συνέδριο οργανούμενο στην ελληνική πρωτεύουσα από τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.
Εντυπωσιακά ως πρώτιστος λόγος μη αποδοχής της προσκλήσεως γνωστοποιήθηκε με διάτονη και διάτορη διακήρυξη ότι η Ρουμανία είναι χώρα Καρπαθιακή και όχι Βαλκανική. Στην αδόκητη πρόφαση προηγούνται και έπονται πολιτικές και επιστημονικές προσωπικότητες της Ρουμανίας.
Συγκεκριμένα ο Al. A.A. Sturdza, αρχηγός κιόλας του ρουμανικού κράτους, με γαλλόγλωσση μελέτη του επιγράφει οπωσδήποτε περίεργα: «Η Ρουμανία δεν ανήκει στην καθ' αυτήν βαλκανική χερσόνησο ούτε ως έδαφος, ούτε ως φύση, ούτε ως κράτος». Ο γεωγράφος I. Haikin έχει δημοσιεύσει στο κατ' εξοχήν ειδικό περιοδικό μονογραφία του με τίτλο «Η Ρουμανία δεν είναι χώρα βαλκανική». Ο ρουμάνος καθηγητής του πανεπιστημίου Κοπεγχάγης E. Lozovan με ανακοίνωσή του σε διεθνές συνέδριο αποκλείει τη ρουμανική γλώσσα από τις βαλκανικές. Ο δε ομολογουμένως βαθύτατος γνώστης του βαλκανικού χώρου Ρουμάνος επίσης Adrian Fochi υποστηρίζει ότι οι Ρουμάνοι ούτε εθνολογικά ούτε γεωγραφικά είναι βαλκανικός λαός.
Το εθνωνύμιο Ρουμάνος, απότοκο της ιδρύσεως πέρα του Δουνάβεως ρωμαϊκής επαρχίας με το όνομα Δακία, μετά την αποχώρηση των Ρωμαίων και την επί αιώνες υποδούλωσή της σε ποικιλώνυμους επιδρομείς, έχασε την αρχική από τη Ρώμη πολιτική έννοια καταντώντας στη σημασία δούλος και παρεμφερείς υποτιμητικές, όπως άλλωστε συμβαίνει και στη Δύση. Προφανέστατα εξαιτίας τούτου οι κάτοικοι της άλλοτε Δακίας και ήδη Παραδουναβίων Ηγεμονιών χρησιμοποιούν περιφερειακές ονομασίες, τις οποίες παραθέτει σε συγγραφή του ο ακαδημαϊκός Virgil Candea: ολτεάν (από την Ολτενία), μουντεάν (από την Μουντενία: Βλαχία),μολντοβεάν (από την Μολντόβα: Μολδαβία), αρντελεάν (από το Αρντεάλ: Τρανσυλβανία), μπανατσεάν (από το Μπανάτ) κλπ. Επανασυνδέονται δε με το απώτατο παρελθόν χάρη στον Κορέση, διάκονο από τη Χίο του Αρχιπελάγους Αιγαίου, ο οποίος, όπως αναγνωρίζει ο Ρουμάνος G. Giunglea, προβαίνει στην αποκάθαρση και στην αποκατάσταση του τόσο βεβαρυμμένου σημασιολογικά όρου Ρωμάνος, συνάμα δε βαθμιαία καθιστά τη δημώδη, διάχυτη στην Καρπαθιακή ύπαιθρο, λατινογενή λαλιά λόγο γραπτό και βραδύτερα επίσημο τόσο στην Εκκλησία όσο και στη δημόσια ζωή.

Εξάλλου το σημερινό ενιαίο εθνωνύμιο Ρουμανία, ανυπόστατο παντελώς πέρα του Δουνάβεως, αφού η ρωμαϊκή επαρχία Δακία εγκαταλείφθηκε από τον αυτοκράτορα Αυρηλιανό τον τρίτο αιώνα (272 μ.Χ.), ενώ η γένεση του όρου Romania συντελείται τον τέταρτο, όπως σημειώνει και ο ακαδημαϊκός H. Mihaescu επικαλούμενος τον J. Zeiller. Συνεπώς είναι νεοεισαγόμενο. Εισάγεται δε υπερδουνάβια από τον Δανιήλ Φιλιππίδη, μέγα διδάσκαλο του Γένους, φυσικά των Ελλήνων, αλλά και πρώτο ιστορικό της «Ρουμανίας», κατά τον Eugen Stamescu κ.α.
Διάσημοι πάλι Ρουμάνοι επιστήμονες παρουσιάζουν πολυσχιδείς και εποικοδομητικές δραστηριότητες Ελλήνων και πέρα του Δουνάβεως καθ' όλες τις ιστορικές περιόδους. Ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους, κατά τον ακαδημαϊκό E. Condurache, οι Έλληνες χρησιμοποιούν την χιλιοτραγουδημένη μεγαλειώδη υδάτινη οδική αρτηρία του Δουνάβεως, στον οποίο θρυλείται ότι εισήλθαν και με την πρωτοπόρο Αργώ ως Αργοναύτες! Ο ίδιος διερευνώντας την παμβαλκανική ακτινοβολία της Δωδώνης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «οι Πελασγοί θα ήσαν αληθινοί πρόγονοι των Ελλήνων», παραθέτοντας όλες τις αρχαίες πηγές τεκμηρίωσης του κειμένου του.
Ο ακαδημαϊκός και καθηγητής του πανεπιστημίου Βουκουρεστίου Vasile Par- van σε περιεκτικό μελέτημά του, επιγραφόμενο «Η Ελληνική και ελληνιστική διείσδυση στην κοιλάδα του Δουνάβεως» σκιαγραφεί τη μακραίωνη και πολυπληθή ύπαρξη Ελλήνων κατά μήκος του πλωτού Δουνάβεως και των παραποτάμων του αποκαλώντας τον «ελληνικό ποταμό»! Ο ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου Nicolae Banescu σε ανακοίνωσή του, από του βήματος της Ακαδημίας Αθηνών κατά την αναγόρευσή του ως αντεπιστέλλοντος μέλους, με θέμα «Μεταξύ Ρουμάνων και Ελλήνων -  αυτό που μας διδάσκει το παρελθόν», τονίζει ότι η επίδραση του ελληνικού πολιτισμού δεν ανακόπηκε διόλου με την κατάκτηση από τους Ρωμαίους του χώρου, στον οποίο συμβιώνουν με αυτόχθονες οι Έλληνες και ευοδώνονται όλες οι επιδόσεις τους. Τον χαρακτηρίζει δε ως «χώρα αληθινά γετοελληνική», όπου δεν έπαυσαν να ομιλούν και να γράφουν ελληνικά! Έφθασαν μάλιστα να κάνουν λόγο για «Μειξέλληνες»! Μεταγενέστερα σε σύγγραμμα ιταλόγλωσσο, επιγραφόμενο «Οι Έλληνες στον Κάτω Δούναβη από την αρχαϊκή περίοδο ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση», ο ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου Dumitru Pippidi ιστορεί την αμοιβαία εξυπηρετική και πολλαπλώς επωφελή συνύπαρξη γηγενών και επήλυδων παραθέτοντας παραδείγματα, στα οποία το ελληνικό τάλαντο εκδηλώθηκε σε όλους τους τομείς ενασχολήσεων, ακόμη και της πρώιμης τοπικής διπλωματίας. Ενδεικτικό δε παράδειγμα και αδιαμφισβήτητα πειστικό δηλώνεται με την ιδιάζουσα περίπτωση Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών της Δακίας επί βασιλείας Βυρεβίστα. Πρόκειται για τον πασίγνωστο Ακορνίωνα, στον οποίο και ανατέθηκε η εκπροσώπηση της Δακίας για συνομιλίες με τον Πομπήιο στην Ηράκλεια (Μοναστήρι, Βιτώλια) της Πελαγονίας εν όψει της μάχης της Φαρσάλου.
Ασφαλώς δεν αποτελούσε προνόμιο αποκλειστικό των Ελλήνων διπλωματικής σταδιοδρομίας η γνώση της λατινικής γλώσσας. Ο Pippidi σημειώνει ότι τον 3ο αιώνα στην Οδησσό μνημονεύεται «φυλή Ρωμαίων», η οποία δεν απαρτιζόταν από Ρωμαίους, οι οποίοι είχαν έλθει και εγκαταστάθηκαν σ' αυτή την πόλη. Στην πραγ-ματικότητα ήταν όνομα απονεμημένο σε φυλή Ελλήνων, Ρωμαίων πολιτών, χρηστών της λατινικής και κατ' ακολουθίαν Βλάχων, αλλά Ελλήνων Βλάχων! Ο ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου Radu Vulpe ως σχολιαστής στην επανέκδοση της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας συγγραφής του ομολόγου του V. Parvan, «Απαρχές της ρωμαϊκής ζωής στις εμβολές του Δουνάβεως» προσθέτει: «Οι Έλληνες των πόλεων του Ευξείνου Πόντου είχαν κατά τη ρωμαϊκή εποχή τόσες δραστηριότητες στο εσωτερικό της Δοβρουτσάς και πέρα του Δουνάβεως όσες και στο παρελθόν. Ακριβώς αυτοί είναι εκείνοι, που οικονομικά επωφελούνται τα μέγιστα της εγγυημένης από το ρωμαϊκό κράτος τάξεως στις περιοχές αυτές. Τα ρωμαϊκά τεχνικά έργα του εσωτερικού της Δοβρουτσάς κατά το μεγαλύτερο μέρος κατασκευάζονται από Έλληνες. Μόνο που βγαίνοντας από τα τείχη των πόλεών τους με οποιαδήποτε επαγγελματική ιδιότητα είτε εντόπιοι είτε επήλυδες από μακρύτερα, οι Έλληνες ήσαν αναγκασμένοι να ομιλήσουν στη λατινική, τη μόνη αντιληπτή γλώσσα από την πλειονότητα των χωρικών».
Οι Έλληνες λατινοφωνούν, επειδή είχαν λατινοφωνήσει οι αλλογενείς συγκάτοικοι τους, των οποίων οι γλώσσες, γε- τική, δακική κ.α. στερούμενες γραφής δεν άντεξαν στην εξάπλωση της λατινικής. Για λατινομάθεια Ελλήνων ομιλεί παραστατικά και με περισσή σαφήνεια τον 6ο αιώνα, επί Ιουστινιανού, ο Ιωάννης Λυδός, Καπ- παδόκης χρονογράφος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως και διοικητής (praefectus praetorian) της "Ευρώπης", όπως ονομάζεται τότε η Χερσόνησος του Αίμου, η κάτω του Δουνάβεως ΝΑ Ευρώπη, τα σημερινά Βαλκάνια. Την απόλυτη δε αποδοχή της ανεκτίμητης ιστορικά, γλωσσολογικά και δημογραφικά μαρτυρίας διακηρύσσουν και σύγχρονοι μας Ρουμάνοι επιστήμονες, π.χ. Ι.Ι. Russu, E.Lozovan, C. Poghirc, ανευλαβώς δε και ανορθόδοξα και ανεπίτρεπτα, αφού απαλείφει, σβήνει, εξοβελίζει τον πράγματι ουσιοδέστερο της Λυδικής περικοπής
όρο «Έλληνας» ο H. Mihaescu! Πάντως ο βέλγος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Λιέγης Michel Dubuisson σε σειρά δημοσιευμάτων του διασαφηνίζει το θέμα με πειστικότητα: «Ασφαλώς οι Έλληνες μαθαίνουν τη λατινική, αλλά για λόγους πρακτικούς». Γίνεται δε και σαφέστερος: «οι Έλληνες, για να εισέλθουν στη ρωμαϊκή διοίκηση, είναι αναγκασμένοι να μάθουν τη λατινική». Ταυτόχρονα δε και αιτιολογεί: «Ήταν έντονα επιτακτική η εκμάθηση της λατινικής, εάν κανείς επιθυμούσε να χαίρεται τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη. Επομένως η πρωτοβουλία προερχόταν από τους υποταγμένους λαούς». Πολύ πρωτύτερα ο Γερμανός καθηγητής G. Hertzberg είχε δημοσιοποιήσει τις διάφορες δυνατότητες των Ελλήνων «εις το να μετέχωσιν απ' ευθείας του πολιτικού βίου και ιδίως της πολιτικής και στρατιωτικής υπηρεσίας του παγκοσμίου κράτους, εν ταυτώ δεν να επιζητήσωσι και τα πολυειδή προσωπικά συμφέροντα, καθεαυτά ο Ρωμαίος πολίτης (Civis.Romanous) και επί των αυτοκρατόρων... επλεονέκτει των λοιπών υπηκόων...».
Η λατινομάθεια άλλως τε Ελλήνων είναι αποδεδειγμένη αρκετά πρώιμα από τον Leon Lafascade, συνεργάτη του Ψυχάρη στο Παρίσι, Πρακτική Σχολή Ανωτάτων Σπουδών. Την διαπιστώνει δε στην ελληνική χερσόνησο κατά ζώνες εδαφικές και νησίδες, όπως ακριβώς επιβιώνουν οι Βλάχοι. Περίτρανα πάλι επαληθεύεται χάρη στη συλλογική μελέτη του λατινικού επιγραφικού υλικού της Θεσσαλίας από Γάλλους, Γερμανούς, Ελβετούς, που πιστοποιούν τη χρήση της λατινικής από Θεσσαλούς των περιοχών Πελασγιώ- τιδας, όπου και το Βελεστίνο, και Περραι- βίας, όπου το Δομένικο, το Πραιτώρι, το Αμούρι, το Παλαιόκαστρο, το Κουκούλι, η Βίγλα, η Δεσκάτη, η Σκόρμπα, η Μιλόγουστα, η Βερδικούσια... Ο επικεφαλής δε της ομάδας εργασίας, καθηγητής του 2ου Πανεπιστημίου Λυών, Bruno Helly με συνεργασία του, η οποία περιλαμβάνεται στον ΣΤ' τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού
Έθνους (Ι.Ε.Ε. Εκδοτικής Αθηνών) με τίτλο Θεσσαλία, αναπτύσσει την επιχειρη-ματολογία του για εκλατινισμό Θεσσαλών, τους οποίους στο πρωτότυπο γαλλικό κείμενο συσχετίζει με τους βλάχους των ημερών μας. Περίπου παράλληλα πολυμερέστερη έρευνα διενεργεί ο Ρουμάνος καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και Bochum Γερμανίας Cicerone Paghirc, κατά τον οποίο και μόνον τα λατινογενή τοπωνύμια αρκούν ως αποδεικτικά αυτοχθονίας και εκλατινισμού των μνημονευομένων Θεσσαλικών περιοχών και όχι μόνον, αφού παρόμοια τοπωνύμια σώζονται και στα μεθόρια Θεσσαλίας-Μακεδονίας, π.χ. Βελβεντός, Σέρβια, Κοζάνη, Καισάρεια, Γρατσιάνη, Γαλλιανή (Κάλλιανη), τα οποία έχει μελετήσει και παρουσιάζει ο καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Αντώνιος Θαβώρης. Επί πλέον ο επίσης Ρουμάνος, ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου G. Bratianu κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου γράφει: «Η Μακεδονία και ένα μεγάλο μέρος των νοτίων περιοχών της χερσονήσου είχαν γίνει δίγλωσσα. Εδώ η λατινική ήταν ομιλουμένη και γραφόμενη όσο και η ελληνική γλώσσα».
Σχετικά πρόσφατα και εξ' αφορμής της πρώτης στην Ελλάδα Βλαχολογικής διδακτορικής διατριβής ο διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιό-τητος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, συνάμα δε βασικός επιστημονικός συνεργάτης της Ι.Ε.Ε Μιλτιάδης Β. Χατζόπουλος μετά μελέτη λατινικών επιγραφών του Αρχαιολογικού Μουσείου Βεροίας και χριστιανικής επιγραφής της Ηπειρωτικής πό-λεως Φωτική επιβεβαιώνει εκλατινισμό Ελλήνων στη Μακεδονία και Ήπειρο. Δηλαδή διαπιστώνει ότι κατά την Ρωμαιοκρατία Έλληνες γίνονται χρήστες και της λατινικής, λατινόφωνοι, ό,τι αρχικά σημαίνει και η λέξη Βλάχος.
Ωστόσο έναρξη γενέσεως Βλάχων εξ Ελλήνων επισημαίνεται και προ της ουσιαστικής ρωμαιοκρατίας, μάλιστα δε από τη Βόρειο Ήπειρο και χρονολογικά κατά δύο εκδοχές. Ο ακαδημαϊκός και καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αγαπητός Τσοπανάκης, ορίζει το έτος 239 π.Χ., ο δε εμβριθέστατος μελετητής του θέματος C. Poghirc το έτος 229 π.Χ. Ως προς τα αίτια επέρχεται συμφωνία. Αποδίδεται στην αδήριτη ανάγκη συμπράξεως Ελλήνων και Ρωμαίων εναντίον Ιλλυριών, οι οποίοι διέτρεχαν διαρκώς τα αδριατικά παράλια λυμαινόμε- νοι ή παρεμποδίζοντας την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών μεταξύ των δύο χερσονήσων, Ελληνικής και Ιταλικής, επί ζημία και των δύο αντίστοιχα λαών. Επειδή δε πολλοί σημερινοί Έλληνες εννοούν ύπαρξη προγόνων τους ως τα Ιόνια νησιά με βορειότερο την Κέρκυρα και την απέναντι Ήπειρο, έστω και με τα γεωγραφικά δεδομένα του Πατέρα της Γεωγραφίας Στράβωνα, κατά τον οποίο Έλληνες- Ηπειρώτες και Ιλλυριοί έχουν ως σύνορο τον ποταμό Γενυσό - Γενούσο - Σκούμπη, του οποίου το ρεύμα σε μεγάλα διαστήματα συμπίπτει με την πανάρχαια παρά το Ρωμαϊκό όνομα Εγνατία οδό με δυο αφετηρίες στις αδριατικές ακτές, τις πόλεις Απολλωνία και Επίδαμνος - Δυρράχιο, υπενθυμίζεται ότι ο επίσκοπος Σεβίλλης και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Ισπανίας Ισί-δωρος ως απεσταλμένος του Πάπα γνωματεύει αποκαλώντας το Ιλλυρικόν Graecia και ορίζοντας πρώτη ελληνική περιφέρεια τη Δαλματία! Τη θέση του πολυεπιστήμονα κληρικού υπερθεματίζει ο σύγχρονος μας καθηγητής του Πανεπιστημίου Πάδοβας Lorenzo Braccesi, όπως προκύπτει από το ευγλωττότατα επιγραφόμενο σύγγραμμά του Grecita adriatica, επί πλέον δε και από το επίτευγμα συνεργασίας με την καθηγήτρια Benedetta Rossi- gnoli υπό τον καταπληκτικό τίτλο Hellenikos Kolpos, αποτολμώντας να ονομάζουν την Αδριατική ελληνικό κόλπο.

Ειδικά ως προς την Ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου σώζονται γνήσιες ιστορικές πηγές ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, καθώς και των μέσων χρόνων, π.χ. Πολύβιος, Στράβων, Τίτος Λίβιος, Προκόπιος κ.α. Τελούν δε σε αδιαμφισβήτητη ισχύ και στους χρόνους μας, κατά τους οποίους επιφανείς επιστήμονες ανακοινώνουν σε περιφερειακά και διεθνή συνέδρια, όπως ο Vlad Popovic, ο οποίος επαναφέρει αλώβητη τη μαρτυρία του Προκοπίου. Την αδιάκοπη ελληνικότητα διαπιστώνουν ιστορικά, γλωσσολογικά, τοπωνυμικά και ανθρωπωνυμικά, εξειδικευμένοι και ευφημότατα γνωστοί επιστήμονες, N.G.L. Hammond, Fanoula Papazoglou, P. Cabanes, O. Masson, Vl. Georgiev, R.Vulpe κ.α. Ο τελευταίος επισημαίνει στον χώρο της Βορείου Ηπείρου ανυπαρξία Ιλλυρικών ονομάτων αλλά ύπαρξη αποκλειστικά ελληνικών με δείγματα εμφανή ρωμαϊκών, που οπωσδήποτε μαρτυρούν κάποια επίδραση της λατινικής γλώσσας. Η δε διάδοσή της δεν είναι απαραίτητα εξαναγκαστική. Μεταξύ των παραγόντων εξαπλώσεως λογίζεται και η συνήθως εθελουσία για βιοποριστικούς λόγους ένταξη Ηπειρωτών -και όχι μόνον- στα βοηθητικά (auxilia) τμήματα του ρωμαϊκού στρατού. Βέβαια επιλέγονται όσοι επαγγέλλονται και προ πάντων διακρίνονται ως ικανοί μεταφορείς, αγωγιάτες, κιρατζήδες, όπως συμπεραίνουν έμπειροι επιστήμονες των χρόνων μας, π.χ. S.I. Oost, N.G.L. Hammond, G. Cheesman, P. Cabanes κ.α. Ευνόητα η λατινική επίδραση, η λατινοφωνία, επαυξάνεται, όταν Έλληνες εντάσσονται και στον τακτικό ρωμαϊκό στρατό, εκούσια ή και ακούσια, κατά τους ρωμαϊκούς εμφυλίους πολέμους, όπως καταδεικνύεται σε καταπληκτικά τεκμηριωμένες διδακτορικές διατριβές (βλ. Αγόρω (Ρίτα)-Ελισάβετ Λαζάρου, Η απονομή Ρωμαϊκής Πολιτείας στους Έλληνες Μακεδονίας - Ηπείρου κατά την προχριστιανική περίοδο (Αθήνα 2000).
Της στρατιωτικής υπηρεσίας τα παρεπόμενα δεν εξαντλούνται σε τυπική πιστοποίησης με κάποιο δίπλωμα ή απολυτήριο. Κατά τη διάρκειά της, σύμφωνα με την άποψη της καθηγήτριας Iza Biezunska - Μalowist, ο στρατευμένος αποκτά κάποιες δεξιότητες, μεταξύ των οποίων η γνώση της λατινικής γλώσσας καθώς και αισθητές οικονομίες σε μετρητά η ακίνητα. Τα τελευταία δε στην αρχαία Ελλάδα συνιστούν προβλήματα, των οποίων διαφωτιστική διερεύνηση διατίθεται και σε συλλογικό τόμο των εκδόσεων M.I. Finley. Στον παλαίμαχο, βετεράνο απονέμονται και αυτοκρατορικά προνόμια. Αναπόδρα στα γίνεται δέκτης δωρεών πνευματικών και θεολογικών. Ο Poghirc, ο οποίος απέδειξε και την ελληνικότητα του εθνολογικού και γλωσσικού υποστρώματος σύνολης της ελληνικής χερσονήσου παρατηρεί ότι πολύ ενωρίς εκδηλώνεται δυνατή παρουσία χριστιανισμού μεταξύ των ανδρών ρωμαϊκών λεγεώνων συγκροτημένων εξ ολοκλήρου από Μακεδόνες, προς τους οποίους οι Ρωμαίοι έτρεφαν απεριόριστη εμπιστοσύνη και μεγάλο θαυμασμό. Εύλογα θα μπορούσε να θεωρείται σαν τεκμήριο κτήσεως του δικαιώματος του Ρωμαίου Πολίτου η ρωμαϊκή ανθρωπωνυμία των δύο Μακεδόνων, του Γαΐου από τη Δόβηρο και του Σεκούνδου από τη Θεσσαλονίκη, στους οποίους, ο καθηγητής θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Nancy Frederic Taillez αναγνωρίζει την πρωτοπορία τους στον Χριστιανισμό παρουσιάζοντάς τους ως τους πρώτους χριστιανούς της Ευρώπης. Έτσι οι δυο δίγλωσσοι Μακεδόνες, χρήστες της ελληνικής και λατινικής, επικοινωνούν με τον τρίγλωσσο απόστολο Παύλο, χρήστη της μητρικής του γλώσσας, εβραϊκής, της ελληνικής, επικρατέστερης και στη γενέτειρά του Ταρσό, και της λατινικής, επακόλουθης του τίτλου του Ρωμαίου Πολίτου, τον οποίο και επικαλείται επανειλημμένα, συνομιλώντας ελληνικά!
Αυτό αποτελούσε τον κανόνα στη διάδοση του Χριστιανισμού βορειότερα εντός της χερσονήσου του Αίμου και υπερδουνάβια. Βέβαια, όταν π.χ. λατινοφωνούν Ιλλυριοί γενόμενοι Ιλλυριόβλαχοι, των οποίων ο τελευταίος εκδημεί μόλις το 1898, γνωστός και με το όνομά του, αναφερόμενο από τον ακαδημαϊκό και καθηγητή του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου Alexandru Rosetti ως Antonio U. Burbur, Έλληνες πάλι λατινόφωνοι, Ελληνόβλαχοι της περιοχής (Σαλώνων Δαλματίας Duje Rendic - Miocevic, Graecial, Ισιδώρου Σεβίλλης, Grecita adriatica Braccesi, ελληνικού κόλπου Αδριατικής Braccesi -  Rossignoli) χαρίζουν το μήνυμα του Ευαγγελίου σε πληθυσμούς ιλλυρικούς λατινικά! Μάλιστα ο γεννημένος στη Στριδώνα της Δαλματίας δίγλωσσος Ελληνόβλαχος, επίσκοπος Ιερώνυμος, ο Άγιος, διευρύνει τον ορίζοντα δράσεώς του, δηλαδή ποιμενάρχης, διδάσκαλος, συγγραφέας, μεταφραστής. Μεταφράζει δε και τη Βίβλο από την ελληνική γλώσσα στη λατινική δημιουργώντας την περίπυστη Βουλγκάτα, Vulgata, πηγή πίστεως κατά γνωμάτευση της Συνόδου του Τριδέντου.
Στον ίδιο άξονα προς νότο, στον χώρο της Ηπείρου, δρα διαρκώς δυναμικά πάλι δίγλωσσος, Ελληνόβλαχος Ηπειρώτης, ως επίσκοπος Φωτικής, ο Διάδοχος, ο οποίος, κατά τον Hamond, ήταν ο πιο περίφημος επίσκοπος και ο πιο διακεκριμένος συγγραφεύς της Ηπείρου, τα δε συγγράμματά του στην Ελληνική θαυμάζονται για την καθαρότητα του ρυθμού και τον υψηλό βαθμό πολυμάθειας. Στον Διάδοχο αποδίδεται δυνητικά και η σύνταξη στη Λατινική της εκκλήσεως που εκφωνήθηκε από το επισκοπάτον της Ηπείρου προς τον Λέοντα Ι'. Δεν εκπλήσσει διόλου το ενδεχόμενο δοθέντος ότι δίγλωσσος Ηπειρώτης, ο Κ. Καικίλιος, εισηγήθηκε και τη σπουδή του Βιργιλίου στην εκπαίδευση της «Ελληνίδας», κατά τους J. Bayet, J. Berard, G.K. Galinski, G. Manganaro, D. Kienast, D. Roussel..., Ρώμης.
Βέβαια οι Ηπειρώτες δεν αποδημούν πάντοτε προς τη Δύση. Αποτολμούν και σε ταραγμένους ακόμη καιρούς, σε χρόνους, κατά τους οποίους προσεγγίζει ή εγκαθίσταται προσωρινά ή και για διαρκέστερο διάστημα χρόνου στα Παραδουνάβια και στην πέρα του Δουνάβεως Δακία πανσπερμία επιδρομέων, καθώς και εξα-ναγκασμένων σε μετακινήσεις πληθυσμών. Οπωσδήποτε συνιστά εντυπωσιακό γεγονός η ιχνηλάτηση ενός, του οποίου το όνομα Aehicus Histricus (4-5ος αι. μ.Χ.) υποσημαίνει καταγωγή του από Θεσσαλο-Ηπειρώτες Αιθίκους. Βιβλιογραφικά δε προβάλλει ως φιλόσοφος και κοσμογράφος. Πάντως παραμένει άγνωστος στον τόπο των πιθανών προγόνων του, με βάση και τον περσινό πίνακα Ανακοινώσεων του 2ου Επιστημονικού Συνεδρίου Δήμου Αιθήκων -sic- (Ελάτη, 19-20 Ιουλίου 2008). Ίσως έγινε λόγος στην 1η Εισήγηση του 25ου Ανταμώματος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων (5-7-2008), τουλάχιστον με ονομαστική μνεία! Αληθινό εύρημα προβάλλει ο Ρουμάνος E. Lozovan διαβάζοντας συγγραφή του μεγάλου γλωσσολόγου G. Rohlfs, σχετική με την αρχαία ελληνική γλώσσα στην Κάτω Ιταλία, στην οποία συναντά και περισυλλέγει σημαντικό αριθμό ελληνικών κτηνοτροφικών όρων, κοινών στις κατωϊταλικές διαλέκτους και στη ρουμανική γλώσσα. Συνάγεται δε ότι οι Έλληνες όχι μόνον στην αφετηρία, στη μητροπολιτική Ελλάδα, αλλά και στη Μεγάλη Ελλάδα επιδίδονται στην κτηνοτροφία, την οποία ο υπέρμαχος της ρουμανικής προπαγάνδας εκρουμανισμένος ακαδημαϊκός Th. Capidan απέκλειε για τους Έλληνες, αν και σχεδόν όλοι οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς τον διαψεύδουν. Αντίθετα ο ακραιφνής Ρουμάνος και θεράπων της επιστήμης E. Lozovan τονίζει ότι καταφθάνουν στη Δακία Μεγαλοελλαδίτες μετανάστες καταθέτοντας και γλωσσικά διαπιστευτήρια της χώρας προελεύσεως για τη μετεγκα-τάσταση.
Όμως οι αισθητότερες μαζικές αφίξεις Ελλήνων στη Δακία συνδέονται με την εκστρατεία του Τραϊανού προς ίδρυση ρωμαϊκής επαρχίας - προφυλακής πέρα του Δουνάβεως. Για την πραγμάτωση του σκοπού του συγκροτεί εκστρατευτικό σώμα κατά προφανή προτίμηση από Έλληνες της Εγγύς Ανατολής, του Ελληνιστικού Κόσμου, και των μεγαλονήσων Κύπρου και Κρήτης, καθώς και έμπειρους Ελλαδίτες, Ακαρνάνες, Αιτωλούς, Ηπειρώτες και προ πάντων Μακεδόνες, ήδη κατ' επανάληψη δοκιμασμένους. Από αυτούς προέρχεται και ο τρομερός Μάξιμος, του οποίου η ελληνικότητα λανθάνει λόγω του πλήρους ρωμαϊκού ονόματος Ti. Claudius Maximus, όπως παρατηρεί η Fanoula Papazoglou. Σκιαγραφείται ως δεινότατος πολεμιστής, πραγματικός Μακεδονοβλάχος, για τον οποίο λέγεται ότι συνέλαβε και αποκεφάλισε τον ομολογουμένως σκληροτράχηλο βασιλιά της Δακίας Δεκέβαλο! Από τους Μεσανατολίτες διακρίνονται ο Κρίτων και ο Απολλόδωρος. Ο πρώτος ήταν προσωπικός ιατρός του αυτοκράτορα και επικεφαλής της υγειονομικής υπηρεσίας του εκστρατευτικού σώματος. Εκτός των ιατρικών καθηκόντων επιδόθηκε και στην ενδελεχή διερεύνηση της λαϊκής ιατρικής και των φαρμακευτικών βοτάνων. Πιθανό δε πρότυπο είχε τον Πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη, ο οποίος, στο σύγγραμμά του «Περί ανέμων, υδάτων και τόπων» πρώτος άνοιξε το δρόμος προς την Ανθρωπογεωγραφία εφαρμόζοντας τη μέθοδο της επιτόπιας έρευνας. Κατά πρόσφατη άλλωστε επισήμανση καθίσταται προσφιλής και στους σύγχρονους κοινωνικούς επιστήμονες, ευνόητα δε και στους ιστορικούς της Ιατρικής. Ο Κρίτων εξάπαντος συγγράφει βιβλίο επιγραφόμενο Περί απλών φαρμάκων σε πέντε μέρη, των οποίων αποσπάσματα αναφέρει ο Γαληνός. Περισσότερο σχολιασμένο φέρεται το επιγραφόμενο Κοσμητικά, καθώς και το περιφημότερο Γετικά. Του τελευταίου σημαντικά αποσπάσματα διασώζει ο Ιωάννης ο Λυδός, τα οποία αξιολογούν εύστοχα διακεκριμένοι επιστήμονες της Ρουμανίας των ημερών μας, καταγόμενοι από Ρουμανίσαντες Βλάχους μετά την πολύμορφη προπαγάνδα, αλλά οι ίδιοι προσποιούνται παντελή άγνοια της σπουδαιότερης μαρτυρίας του Βυζαντινού ιστορικού για τον εκλατινισμό Ελλήνων, παραδεκτό πλήρως από ακραιφνείς Ρουμάνους επιστήμονες, π.χ. Lozovan, Russu, Poghirc κ.α. Ασφαλώς είναι αξιοσημείωτη και η ελληνική γλώσσα του Κρίτωνος, ο οποίος ως Ρωμαίος πολίτης σύμφωνα με το απόλυτα ρωμαϊκού τύπου όνομά του, Titus Statilius Crito, προτιμά συγγράφοντας την Ελληνική, μολονότι πρέπει να είναι γνώστης και της λατινικής γλώσσας. Θυμίζει συμπεριφορά Ελληνοβλάχων διαχρονικά!

Ο τρίτος διάσημος της στρατιάς Τραϊανού είναι Δαμασκηνός, από τη Δαμασκό, μηχανικός και αρχιτέκτων, τεχνικός σύμβουλος του αυτοκράτορα, κατασκευαστής της πολυφημισμένης γέφυρας Drobeta του Δουνάβεως, η οποία εξασφάλισε το πέρασμα του μεγάλου ποταμού και επιτάχυνε την κατάκτηση της Δακίας από τους Ρωμαίους! Ωστόσο ο Απολλόδωρος απέκτησε παγκόσμια και παντοτινή φήμη καλλιτεχνική. Φιλοτέχνησε δε την ονομαστή, ελάχιστα πάντως στους Έλληνες, Στήλη του Τραϊανού, η οποία δεν αξιολογείται αποκλειστικά ως αριστούργημα τέχνης, γλυπτικής αλλά και ως πολύτιμη ιστορική πηγή, επειδή ανάγλυφα αναπαριστάνει την ιδιωτική και δημόσια ζωή των Δακών. Βέβαια το ασύγκριτο τάλαντο του προβάλλει από ολόκληρη σειρά μοναδικών καλλιτεχνικά επιτευγμάτων «Θέρμαι του Τραϊανού», «Φόρος του Τραϊανού», «Ωδείον», «Ιππόδρομος», «Λιμήν του Τραϊανού», «Υδραγωγείο του Τραϊανού», «Αψίδες Θριάμβου του Τραϊανού» κ.α.
Αν διαφαίνεται κάποια επίδραση από την τόσο συχνή μνεία του Τραϊανού, ακόμη και στα καλλιτεχνήματα του Απολλοδώρου, η απάντηση εναπόκειται στην περαιτέρω σπουδή. Το περιεργότερο υφίσταται στην αντίληψη των μετέπειτα Ρουμάνων, όπως σχολιάζει ο E. Pittardi: Κι ο τελευταίος βοσκός των Καρπαθίων, επειδή ομιλεί γλώσσα συγγενική με τη λατινική, ενώ θα ήταν νοητή η υπερηφά- νειά του για τους Δάκες, που αντιστάθηκαν ηρωικά στους Ρωμαίους, αυτός φαντάζεται ότι στις φλέβες του ρέει αίμα καθαρό του.,.Τραϊανού! Φυσικά τούτο είναι παντελώς απίθανο. Βεβαιότερη απο-δεικνύεται η διάδοση του χριστιανισμού και προ της υποταγής των Δακών στους Ρωμαίους, δοθέντος ότι ήταν δυνατή και με στρατιώτες χριστιανούς της 5ης μακεδονικής λεγεώνας τοποθετημένης στη συνοριακή γραμμή του Δουνάβεως, συγκ-ροτημένης δε συνολικά από Μακεδόνες, από τους οποίους προήλθαν και οι δυο πρώτοι χριστιανοί της Ευρώπης με την επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου στην Μακεδονία. Δίχως άλλο ενδυναμώνεται το ενδεχόμενο, αφού στους Μεσανατολίτες, καθώς και Κυπρίους και Κρητικούς, λεγεωνάριους η παρουσία χριστιανών είναι πολύ πιθανή.
Εξ' άλλου Έλληνες δίγλωσσοι ή τρίγλωσσοι και πολύγλωσσοι διακρίνονται και στα πρώτα βήματα της Εκκλησίας. Ρουμάνος ερευνητής, ο διάκονος P.I. David διαβεβαιώνει ότι Έλληνες λατινόφωνοι, δηλαδή Ελληνόβλαχοι, κηρύσσουν στους Δάκες το Ευαγγέλιο λατινιστί! Την ελληνικότητα των προκαθήμενων θεωρεί ως προϋπόθεση. Επισημαίνει διαφύλαξη της ελληνικής ανθρωπωνυμίας αλλά και την εμφάνιση λατινικής, όπως του Επισκόπου των Τόμων Paternus, Πάτερνος. Ρουμάνος επίσης κληρικός, ο πανεπιστημιακός καθηγητής Mircea Pacurariu αποκαλύπτει ελληνικότητα υπό παντελώς ξενικό ανθρωπωνύμιο. Αναφέρεται στον αποκαλούμενο Ούλφιλα ή Γούλφιλα, τον οποίο οι Γότθοι είχαν απαγάγει πέρα του Δουνάβεως, όπου συνέχισε το ιεραποστολικό έργο κηρύσσοντας και γράφοντας σε τρεις γλώσσες, ελληνική, λατινική, γοτθική.
Από τον καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικόλαο Ιντζεσίλογλου φέρεται γεννημένος στη βορείως του Δουνάβεως περιοχή από γονείς Καππαδόκες αιχμαλώτους. Προστίθεται δε ότι Καππαδόκες «βρίσκονταν με τρόπο μαζικό στην κεντρική Ευρώπη ήδη από την όγδοη δεκαετία του 1ου αι. μ.Χ». Χρονικά η μετοίκηση Καππαδοκών ακριβέστερα στην Παννονία (Δυτική Ουγγαρία - Αυστρία) ορίζεται το 71 ή 72 μ.Χ., όταν ο Βεσπανιανός κατέλαβε την οχυρή πόλη Καρνούντο, χρησιμοποιώντας τη 15η λεγεώνα, την αποκαλούμενη «Απολλωνία», η οποία τα προηγούμενα χρόνια είχε πολεμήσει κατά των Περσών και της οποίας οι σοβαρές απώλειες αναπληρώθηκαν με στρατολόγηση από τη Μικρά Ασία. Ταυτόχρονα πιθανολογείται ότι οι νεοσύλλεκτοι, αφού τα βασίλεια της Καππαδοκίας και της Περγάμου προ πολλού έδειξαν φιλορωμάίκή διάθεση, ήσαν κατά το πλείστον κάτοικοι της Καππαδοκίας.

Ο Καππαδόκης, λοιπόν, Ούλφιλας ή Γούλφιλας πέρα των πολλών άλλων μετέφρασε και την Ιερά Γραφή από την Ελληνική γλώσσα στη Γοτθική. Η μετάφρασή του έγινε γνωστή ως «Βίβλος Γοτθική». Εκτός δε του μεγάλου ή μικρού πραγματικού ή πιθανού θεολογικού ενδιαφέροντος του κειμένου ενδέχεται και ανάδυση πτυχής γλωσσολογικής εξ' αιτίας της διελκυστίνδας ακαδημαϊκών της Ρουμανίας. Ο ένας και μάλιστα ελληνικής καταγωγής, ο Ν. lorga επισημαίνει ύπαρξη επιτάξεως του άρθρου, το οποίο εντοπίζει σε τρεις βαλκανικές γλώσσες, υπαινισσόμενος αλβανική, βουλγαρική, ρουμανική, απαξιώντας δε και στοιχειώδη μνεία της πομακικής, των ρωμανικών ιδιωμάτων της χερσονήσου του Αίμου, ιδίως της αρωμουνικής, και σκοπιανής σε συσχέτιση με την απόμακρη σκανδιναβική. Επί πλέον εσπευσμένα ερμηνεύει από το δήθεν ίδιο θρακικό υπόστρωμα. Όμως αντικρούεται από τον ομόλογο του και καθηγητή γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου Alexandru Graur, ισραηλιτικής καταγωγής, με πανίσχυρο επιχείρημα: «Τίποτε δεν αποδεικνύει ότι η Θρακική θα είχε άρθρο, και μάλιστα επιτασσόμενο», του οποίου πολύ πρωτύτερα από τον καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιο Αναγνωστόπουλο διαπιστώθηκε η ύπαρξή του στον Όμηρο και στον Ησίοδο!
Επιπρόσθετα ο lorga επιχειρεί επίρρωση της θέσεώς του με δεύτερη επισήμανση ενδυματολογική στη Σκανδιναβία, όπου ιχνηλατεί ως προφανή κοιτίδα Γότθων παράλληλα με τη χερσόνησο του Αίμου ή ευρύτερα νοτιοανατολική Ευρώπη επιμένοντας πάλι στον ισχυρισμό για πρακτικό υπόστρωμα. Αυτή δε τη φορά εννοεί την χιλιοτραγουδημένη φουστανέλλα, της οποίας την αφετηρία διερεύνησαν πάμπολλοι, μεταξύ των οποίων και πραγματική πλειάδα Ελλήνων ακαδημαϊκών. Τεκμηριωμένα δε την ανάγουν επίσης στους αρχαίους Έλληνες!
Αλλά στη Δακία δεν συγχρωτίζονται μόνο Γότθοι. Η πληθυσμική σύνθεσή της εμπλουτίζεται πρωτόγνωρα, αφού με την ίδρυση της νέας ρωμαϊκής επαρχίας σύμ-φωνα με πηγές αδιαμφισβήτητες καταφθάνουν εκτός των Ελλήνων άποικοι ex toto orbe romano, που επιταχύνουν και τον εκρωμαϊσμό των αυτοχθόνων. Οπωσδήποτε το γεγονός τούτο ενισχύεται και από τις προϋπάρχουσες επαφές των Δακών με το έμψυχο δυναμικό και τον πολιτισμό των κάτω του Δουνάβεως, κατ' εξοχήν της σημερινής Δοβρουτσάς, Ελλήνων. Η επικοινωνία δε δεν διακόπτεται ούτε μετά την εγκατάλειψη της Δακίας από τον Αυρηλιανό (271 μ.Χ.). Όπως οι Γότθοι, οι νέοι λαοί, που διαδοδικά παρουσιάζονται, Σκύθες, Άβαροι, Βούλγαροι, Σλάβοι, Ούγγροι δεν επιδιώκουν εξόντωση των αυτοχθόνων, αφού από την αδιάκοπη και αποδοτική συνέχιση των δραστηριοτήτων, ιδίως των γεωργικών, εξαρτάται και η επιβίωσή τους. Ιδιαίτερα ανεκτικοί συμπεριφέρονται και προς τους Έλληνες εμπόρους, επιχειρηματίες και γενικά προμηθευτές ποικίλων προϊόντων πρώτης ανάγκης. Οι στενότατες ελληνοσκυθικές σχέσεις δεν αποτελούν εξαίρεση. Οι Βούλγαροι, που παραμένουν μεγάλο διάστημα στη Δακία, πρώτα εξελληνίζονται και κατόπιν εκσλαβίζονται. Το δε θέμα τούτο είχε την πρωτιά στο πρώτο συνέδριο της Διεθνούς Επιτροπής Σπουδών ΝΑ Ευρώπης ως εισήγηση του προέδρου της ακαδημαϊκού Διονυσίου Ζακυνθινού στη Σόφια και επαναλήφθηκε αργότερα σε πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών με την παρουσία του Βούλγαρου πρέσβεως στην ελληνική πρωτεύουσα ακαδημαϊκού N. Todorov. Εξ' άλλου, κατά τον Βούλγαρο καθηγητή Alex. Balabanoff, η Βουλγαρία στους Έλληνες «χρωστάει ακόμα και την πνοή της ελευθερίας...». Όσα πάλι οφείλουν οι Σλάβοι, υπενθυμίζονται και διακηρύσσονται από τον Τσέχο καθηγητή των Πα-νεπιστημίων Πράγας και Χάρβαρντ Frantisek Dvornik.
Οι μεταγενέστεροι λαοί ή επιδρομείς, που δεν διαβαίνουν τον Δούναβη, αφομοιώνονται από τους εκρωμαϊσμένους Δάκες, όπως άλλοτε οι Κάρποι, οι οποίοι συμβιώνουν με τους αυτόχθονες στο έδαφος της Δακίας και λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία σχηματισμού του μετέπειτα ρουμανικού λαού. Ωστόσο δεν λείπουν και Ρουμάνοι διατεινόμενοι καταγωγή του Ρουμανικού λαού από τους Αλανούς. Σε περιπτώσεις δε διεισδύσεως στη Δακία εξαιρετικά βίαιων και επίφοβων πληθυσμών οι γηγενείς καταφεύγουν για κάποιο διάστημα στα Καρπάθια, σωστικά κάθε
φορά, όπως παντού και πάντοτε τα ορεινά συγκροτήματα. Πάντως, κατά τη ρουμανική επιστήμη εκπεφρασμένη προσφυέστατα με τη γραφίδα του Joan Mitrea, «η εθνογένεση του ρουμανικού λαού έλαβε χώρα στην Καρπαθοδουναβική περιοχή, η οποία συμπίπτει, εν γένει, με το έδαφος της αρχαίας Δακίας». Καίρια δε θεωρείται και η άκρως λακωνική ομολογία: «Η πνευματική φυσιογνωμία του Ρουμανικού λαού είναι εξ αρχής ριζωμένη στον ορίζοντα του Λόγου: Ελλάς, Ρώμη, Βυζάντιο». Σε συνάρτηση μ' αυτήν δεν πρέπει να λησμονείται και η προϋπόθεση, την οποία έχει διατυπώσει ο ακαδημαϊκός Radu Vulpe: «Οι περισσότερες χώρες πριν ενταχθούν στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπέστησαν μεγάλη διείσδυση του Ελληνισμού». Επί πλέον ο ακαδημαϊκός Athanase Joja, καθώς και ο Γιουγκοσλάβος ομόλογος του Milutin Garasanin μελετώντας το ίδιο φαινόμενο στη Ιλλυρία, φρονεί ότι ο εκρωμαϊσμός των Δακών υπήρξε έντονος χάρη στην ισχυρή ελληνική παρουσία, η οποία κατά τον επίσης ακαδημαϊκό V. Parvan είχε φθάσει και σε ολική εξελλήνιση γετικού φύλου των παραδουναβίων περιοχών με προφανές επακόλουθο τον ταχύτερο και τελειότερο εκρωμαϊσμό. Αυτόν ακριβώς -κατά τον Joja- διευκόλυναν οι επικοινωνίες, οι οποίες προϋπήρχαν με τον πολιτισμό των εγκατεστημένων στη Δοβρουτσά Ελλήνων. Δεν παραλείπει δε και αξιολόγηση της επιδράσεως του Βυζαντίου μέσω της εκκλησίας στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του ρουμανικού λαού. Την αισθητότατη προς εκρωμαϊσμό συνδρομή του στρατού και πέρα του Δουνάβεως προβάλλει ο καθηγητής Ε. Lozovan χαρακτηρίζοντας τον Βυζαντινό στρατό Γλωσσολογική Σχολή!
Καταπληκτική αποδεικνύεται η μεταβυζαντινή παρουσία Ελλήνων στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, στη Ρουμανία, εθνώνυμο οφειλόμενο στον Έλληνα Δανιήλ Φιλιππίδη, που αναγνωρίσθηκε και πρώτος ιστορικός της. Κατά δε τον επίσης ελληνικής καταγωγής, σύμφωνα με συγγραφή του R. Theo, ακαδημαϊκό και πρωθυπουργό της Ρουμανίας N. lorga, η Ρουμανία αποκαλείται και «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο». Προσφυέστερα ίσως και ως προς τα μεγέθη εκφράζεται ένας Έλληνας διανοούμενος και επιστήμονας, που δεν αποκολλήθηκε από την αγαπημένη του Ρουμανία ο Δημοσθένης Κ. Γραμματόπουλος, ο οποίος την ορίζει «Το βορείως του Δουνάβεως Μικρόν Βυζάντιον». Η βιβλιογραφία διαρκώς διογκώνεται με ουσιώδεις συμβολές, αναρίθμητες. Δείγματα λημμάτων ελάχιστα παρατίθενται:
1. Γ.Γ. Παπαδόπουλος, Περί του εν Βλάχοις Ελληνισμού (1859). Σκιαγραφεί την εμφάνιση των Ρωμαίων στη ΝΑ Ευρώπη και τις περιπέτειες των εκρωμαϊ- σμένων καταλήγοντας στο συμπέρασμα: «Όθεν οι την ελληνικήν χερσόνησον οικούντες Βλάχοι είναι οι εν τω λαώ τούτο, ακραιφνέστεροι Έλληνες». Σημεώνει δε ότι «ούτε διακριθήσονται» των Ελλήνων. Τα παραπάνω τόσο πρώιμα επιβεβαιώνονται και από ακραιφνείς Ρουμάνους επιστήμονες. Ως προς τους εγκατεστημένους σε ρωμαϊκές περιοχές Βλάχους Ελλάδος, τους λεγόμενους και Κουτσοβλάχους, ο ακαδημαϊκός Ion Coteanu τονίζει ότι ποτέ δεν αισθάνθηκαν ότι ανήκουν στον ίδιο με τους Ρουμάνους λαό. Ο δε ομόλογος του και καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου C. Giurescu πληροφορεί ότι για τον ρουμανικό λαό Κουτσόβλαχος σημαίνει Έλληνα, θέση, την οποία επανέλαβαν πολλοί, ακόμη και ο βυζαντινολόγος Petre Nasturel, αν και σε δύσκολες περιστάσεις βούτηξε σε λύματα προπαγάνδας.
2. Δ.Σ.Σούτσος, Οι Έλληνες Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας. Αθήνα 1972.
3. Δ.Β. Οικονομίδης, τα εν Μολδαβία Ελληνικά Τυπογραφεία και αι εκδόσεις αυτών (1642-1821), και Τα εν Βλαχία Ελληνικά Τυπογραφεία και αι εκδόσεις αυτών (1690-1821), 1974-77.
4. Adriana Camariano-Cioran, Les Academies princiences de Bucarest et de Jassy et leurs professeurs. Institute for Balkan Studies. Thessaloniki 1974.
5. Αθ. Καραθανάσης, οι Έλληνες λόγιοι στη Βλαχία (1670-1714). Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ 1982, και ο Ελληνισμός της Τρανσυλβανίας Η πνευματική, εθνική και εκκλησιαστική ζωή των δύο ελληνικών εμπορικών κομπανιών του Σιμπίου και του Μπρασόβου, 18ος - 19ος αι. Θεσσαλονίκη 2003.
6. Γ.Δ. Χουρμουζιάδης, Ο Ελληνισμός της Ρουμανίας 1989.
7. Κορνίλια Παπακώστεα_Danielopolu, Οι Ρουμανο-Ελληνικές Πολιτιστικές Σχέσεις στους 17ο -19ο αιώνες, 1994.
8. Γ.Αχ. Λαζάρου, Η Ελληνική Ιατρική στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Η δράση των Ελλήνων ιατροφιλοσόφων από την Άλωση ως τα μέσα του 18ου αιώνα. Διδακτορική διατριβή. Αθήνα 1999.
9. Leonidas Rados,Sub semnul acvilei: preocupari de bizantinistica in Romania pana la 1918, Bucuresti, Omonia 2005.
10. Paula Scalcu, Gecii din Romania. Editura Omonia, Bucuresti, 2006.
11. Elena Lazar, Interferente literare romanoelene. Editura Omonia, 2007.
12. Δήμητρα Στασινοπούλου, Η Ρουμανία της καρδιάς μου, δίγλωσσος μεγάλων διαστάσεων τόμος, έγχρωμος με πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Μετάφραση στα ρουμανικά Ελένα Λάζαρ.
Κατά την αρχή της τουρκοκρατίας από τους πρώτους απόδημους, που διακρίνεται στην πέρα του Δουνάβεως Βλαχία, φέρει το όνομα Μιχαήλ ο Γενναίος. Κατάγεται από τις Νεγάδες, ένα ιστορικό Ζαγοροχώρι, επίμαχο ως τώρα γλωσσικά. Αφθονούν δε οι συγγραφικές δοκιμές γι' απόδειξη αν ήταν ή όχι Βλαχοχώρι, ώστε να χρειάζεται σαν οδηγός η σύνολη θεώρηση των γνωμών ή εικασιών, την οποία προσφέρει η Ελευθερία Ι. Νικολαΐ'δου στην τελευταία συγγραφή της. Το Ηπειρωτόπουλο ανέρχεται στο θρόνο των Παραδουναβίων Ηγεμονιών και σε συνεννόηση με τον μητροπολίτη Τιρνόβου Διονύσιο Ράλλη - Παλαιολόγο και τον μητροπολίτη Λαρίσης, Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο τον Φιλόσοφο καταρτίζει σχέδιο απελευθερώσεως από τον τουρκικό ζυγό και αναρρήσεως στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως αναβιώνοντας την αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Τον δε Αύγουστο του 1595 κατανικά τους Τούρκους, όταν προκαθήμενος του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι ο Ματθαίος ο Β' (1595 και 1598-1602), Βλάχος από την Κλεινοβό Καλαμπάκας.
Ο δεύτερος διακεκριμένος απόδημος, που εξίσου έντονα διαπνέεται από υψηλές ιδέες και από βαθύτατη διάθεση διαδόσεως του ελληνικού πολιτισμού είναι οπωσδήποτε Βλάχος Βορειοηπειρώτης, Αρβαντόβλαχος. Στις δέλτους της ιστορίας εγγράφεται ως Βασίλειος Λούπος. Αλλά το μεν βαπτιστικό είναι συμβολικό της Βασιλείας του Βυζαντίου το δε πραγματικό επώνυμο Κώτσης, κατ' εξοχήν ηπειρωτικό. Μόλις αναγορεύεται ηγεμόνας της Μολδαβίας, αναδεικνύεται ένθερμος και ανυποχώρητος υπέρμαχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και διεκδικητής του θρόνου του Βυζαντίου ως Έλλην! Γι' αυτό εσπευσμένα ενθαρρύνει την άφιξη στη χώρα του Ελλήνων διδα-σκάλων και εισάγει την ελληνική γλώσσα στη ρουμανική εκκλησία, στην οποία επι-κρατεί η σλαβωνική. Το δε θαυμαστότερο έγκειται στην εφαρμογή του σχεδίου, που συνέλαβε ο μεγαλεπήβολος ηγέτης. Αυτό φανερώνεται και από το γεγονός ότι η θυγατέρα αλληλογραφεί στην ελληνική και με στελέχη της τσαρικής Ρωσίας!
Από τις ονομαστότερες προσωπικότητες του 17ου αιώνα είναι ο Νικόλαος Σπα- θάρης γεννημένος το 1636 στην περιοχή Milesti της Μολδαβίας, από την οποία προσονομάζεται και Milescu. Ρουμάνοι βιογράφοι του δέχονται την καταγωγή του από Βλάχους του ελλαδικού χώρου, μάλιστα από τη Λακωνία, σύμφωνα με την προσωνυμία του Μολδαβολάκων. Προφανώς κατάγεται από Βορειοηπειρώτες Βλάχους, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην
Πελοπόννησο, την οποία ο πατέρας του άφησε αποδημώντας στην ξακουστή υπερδουνάβια Βλαχιά. Η ελληνική καταγωγή του επιβεβαιώνεται και από το ελληνικό αυτόγραφο αυτοβιογραφικό του, που ανακάλυψε στη βιβλιοθήκη της Οξφόρδης η καθηγήτρια Laetitia Turdeanu- Cartojan, θυγατέρα του ακαδημαικού N. Cartojan, που βρήκε το πρωτότυπο του Ερωτοκρίτου. Τις πρώτες σπουδές του έκαμε στην Ακαδημία Ιασίου, από την οποία ο Βασίλειος Λούπος είχε απομακρύνει τους Πολωνούς καθηγητές διορίζοντας Έλληνες, ώστε να φημίζεται ως εστία ακτινοβολίας ελληνικού πολιτισμού. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όπου τον γνώρισε ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος από την Αράχωβα Καλαβρύτων και τον συνέστησε στον τσάρο Αλέξιο Μιχαήλοβιτς, πατέρα του Πέτρου του Μεγάλου, με αποτέλεσμα αλματώδη και πολυ-σχιδή σταδιοδρομία, αγνοημένος, όπως τόσοι άλλοι, στη γενέτειρα των προγόνων του, την άμοιρη Ελλάδα.
Τα ονόματά του καταχωρίσθηκαν στη διπλωματική αλληλογραφία του «Βασιλέως Ηλίου», του Λουδοβίκου 14ου της Γαλλίας, του Καρόλου Γουσταύου της Σουηδίας, του τσάρου της Ρωσίας και του αυτοκράτορα της Κίνας. Υπήρξε ακούραστος και πολυτάλαντος σκαπανέας στο άνοιγμα της τσαρικής Ρωσίας προς τη Σιβηρία και το Πεκίνο. Άκουσε το χτύπημα του Μεχμέτ Κιοπρουλού στις Πύλες της Βιέννης, έζησε την αγωνία των ευρωπαϊκών λαών, στους οποίους πλησίαζαν οι τουρκικές ορδές, με βέβαιο κίνδυνο της ζωής του σε περίπτωση αποτυχίας έσωσε την Ευρώπη από τον εξισλαμισμό, όταν το έτος 1683 πολιορκείται πάλι η Βιέννη από τους Τούρκους, των οποίων τα σχέδια της τελικής επιθέσεως περιέχονται στα χέρια του και τα εγχειρίζει στους πολιορκουμέ- νους Αυστριακούς. Έτσι αποτρέπεται η άλωση της πρωτεύουσας των Αψβούργων και η υποδούλωση όλης της Ευρώπης.
Αλλά η σημερινή Βιέννη ανταποδίδει την ευγνωμοσύνη της στους επιγόνους του Σπαθάρη - Milescu ανεχομένη στο Πανεπιστήμιο της ένα σπουδαρχίδη γεωγράφο και διερμηνέα, τον Thede Kahl, αδίστακτο και πείσμονα αμφισβητία της διεπιστημονικά αποδεδειγμένης ελληνικότητας των Βλάχων Ελλάδος, μολονότι μάλιστα καταγγέλλεται ως «προκλητικός προπαγανδιστής», από δε την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων χαρακτηρίζεται personna non grata «ανεπιθύμητο πρόσωπο».
Η Βιέννη δεν χρειάζεται τα «φώτα» του Kahl. Διότι σε χαλεπούς καιρούς έχει φιλοξενήσει ολόκληρες Βλάχικες του ελληνικού χώρου οικογένειες, π.χ. Σίνα, Δάρβαρι κ.α., που έμπρακτα και έλλογα έχουν δηλώσει και καταδείξει την εθνότητά τους, την Ελληνική, όπως στις ημέρες μας βεβαιώνεται και διακηρύσσεται από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Mannheim Heinz Richter. Δεν λησμονείται ότι η Βιέννη παρέδωσε στους Τούρκους τον Ρήγα Βελεστινλή, ο οποίος Βλάχους αποκαλεί μόνον τους πέρα του Δουνάβεως, ενώ τους ελλαδικούς, στους οποίους και ανήκει, δεν διαχωρίζει από τους Έλληνες. Η ίδια ευεργετημένη Βιέννη, όταν ήταν Υπερδύναμη, τους Μολδαβούς επαναστάτες του 1848, οι οποίοι διεκδικούσαν την απελευθέρωση της Τρανσυλβανίας και την ένωσή της με τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, προειδοποιώντας για ενδεχόμενη διάλυσή τους, έστρεψε την τουρκοκρατούμενη τότε βόρεια Ελλάδα, ιδίως Μακεδονία, και έσπευσε στην άμεση μετονομασία των Βλάχων της σε «Μακεδο-Ρουμάνους», επινοώντας εκ του μηδενός πρόβλημα με βάση δήθεν κάθοδο τους από Δούναβι-Δακία! Έτσι αναδύθηκε σαν σπουδαία βυζαντινή πηγή ο Αρμένιος χρονογράφος και κατά διαστήματα διοικητής του Θέματος Ελλάδος, Θεσσαλίας - Μεγαλοβλαχίας, Κεκαυμένος, του οποίου η πληροφορία με σειρά επιστημονικών δημοσιευμάτων διάρκειας ενός και πλέον αιώνα κατάντησε πλαστή, νόθος. Μεταξύ εκείνων, που συμμετείχαν στην αναίρεση, συμπεριλαμβάνονται και οι επόμενοι επιφανείς επιστήμονες: W. To maschek (1882) L. Tamas (1936), M. Gyoni (1945), G. Gankova-Petkova (1963), C. Poghirc (1987), P.Nasturel (1989)... Πάντως ήδη από το 1960 ο Γάλλος ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόνης Paul Lemerle έχει επισημάνει ότι ο Κεκαυμένος ομολογεί την αυτοχθονία των Βλάχων και τους διακρίνει στη Θεσσαλία όχι μόνον ως κτηνοτρόφους αλλά και γαιοκτήμονες και αστούς. Εξ' άλλου, καθηγητής ρουμανικού πανεπιστημίου, τακτικό μέλος της Ρουμανικής Ακαδημίας, θεμελιωτής της Γλωσσολογικής Σχολής του Ιασίου, συνάμα δε μύστης των ιστορικών πηγών, ο Alexandru Philippide τεκμηριώνει την εντατική διαδι-κασία αναρωμανισμού από τον 7ο αιώνα των υπερδουνάβιων εδαφών, γετοδακικών, με άνοδο εκρωμαϊσμένων πληθυσμών της χερσονήσου του Αίμου, σε δίτομη ογκώδη 1718 σελίδων, συγγραφή για την καταγωγή του ρουμανικού λαού και της γλώσσας του.
Δεν βραδύνουν οι εκδηλώσεις επιδοκιμασίας των διαπιστώσεών του τόσο από Ρουμάνους ειδικούς όσο και από ρωμανι- στές άλλων χορών, π.χ.: Ovid Densusianu, T. Papahagi, N. Roman, A. Sacerdoteanu, I. Siadbei, Ch. Corosman, P. David, D. Daicoviciu - H. Daiconiciu, E. Bourciez, P. Garde κ.α., ο δε Ούγγρος K. Kadlek γράφει για άνοδο από Θεσσαλία. Επακόλουθο δε άμεσο αποτελεί και η αποδοχή της αυτοχθονίας των Βλάχων των ελληνικών χωρών, την οποία τελευταία εδραίωσε με πανίσχυρη επιχειρηματολογία ο Cicerone Poghirc, αλλά προηγούνται και έπονται τόσο ομοεθνείς του όσο και ειδικοί επιστήμονες διαφόρων χωρών, π.χ.: A.D. Xenopol, V. Parvan, T. Papahagi, R. Vulpe, A. Procopovici, Th. Capidan (!)..., R. Pinon, Wace και Thompson, L.Niederle, Fr. Taillez, T. Vukanovic, M. Sivignon, A. Fail- ler κ.α.
Όμως το επιστημονικό επίτευγμα του Alexandru Philippide δεν έχει την παραμικρή απήχηση στην γενέτειρα των προγόνων του, στην ελλαδική Μαγνησία, όπου ο δήμαρχος Βόλου Ν. Γεωργιάδης (1830-1923), ασκληπιάδης πολιτευόμενος, σε βιβλίο του επιγραφόμενο Θεσσαλία, το οποίο, ενόσω ζούσε εκδόθηκε δύο φορές, 1880, 1894, μεταφράσθηκε γαλλικά και γερμανικά, το δε 1995 επανεκδόθηκε ελληνικά στη Λάρισα, αν και στο νομό της τότε μαίνεται η προπαγάνδα, οπότε ενισχύεται με όσα προσφέρει αβάσιμα και ανεπιστημονικά η επανέκδοση: «Είναι δε ούτοι (οι βλάχοι) λείψανα της μεγάλης των Βλάχων εποικίσεως εκ της Ρουμανίας...». Διόλου δε δεν ανέστειλαν την επανέκδοση στη μορφή πραγματώσεώς της όσα είχαν εκτοξευθεί και είδαν το φως της δημοσιότητας στον ημερήσιο αθηναϊκό τύπο: Ο Γεωργιάδης «εις την Θεσσαλίαν του, ονειρευθείς, βεβαιοί περί του χρόνου, καθ' ον το βάρβαρον έθνος των Δακών, κατήλ- θεν υπό μορφήν Κουτσόβλαχων εις την Πίνδον! Ούτως αταλαιπωρός έστιν η ζήτησις της αληθείας εις τους πολλούς». Έγιναν δε πάμπολλοι. Διότι οι ερασιτέχνες παραβλαχολόγοι τον αντιγράφουν με κλειστά μάτια, μάλιστα Θεσσαλοί, χωρίς να διερωτώνται για το περιεργότερο που συμβαίνει με τον Γεωργιάδη. Δηλαδή, μολονότι επανειλημμένα παραπέμπει για ολότελα ασήμαντα στο 12τομο σύγγραμμα Ιστορίας των Ανθρωπίνων πράξεων του Λαρισαίου Κωνσταντίνου Μ. Κούμα, πρώτου Νεοέλληνα ιστορικού, διδάκτορα γερμανικών πανεπιστημίων και αντεπιστέλλον μέλος των Ακαδημιών Βερολίνου και Μονάχου, ο Γεωργιάδης προσπερνά, χωρίς κανένα σχόλιο ή αντίρρηση στο σημείο, όπου ο Κούμας υποστηρίζει ότι οι Βλάχοι Ελλάδος είναι «Έλληνες το γένος». Προσθέτει αμέσως και πλήρη διασάφηση: Οι Βλάχοι «Συμπεριφέρονται αδελφικώς με τους Γραικούς ως Γραικοί και δεν δείχνουν ούτε εκείνοι ούτε ούτοι καμμίαν εθνικήν διαφοράν προς αλλήλους, καθώς τωόντι είναι αμφότεροι οι λαοί μιας πατρίδας τέκνα, και των αυτών προγόνων απόγονοι»
Εν τούτοις, μόλις προ ολίγων ετών, μεγαλολογοτέχνης διερωτήθηκε δημόσια: «Ο Κούμας στο βιβλίο για τους Έλληνες τους ταύτιζε ή τους μπέρδευε με τους Βλάχους;». Επίσης μεγαλοδημοσιογρά- φσς, του οποίου βιβλίο προσφέρθηκε στους αναγνώστες έγκριτης αθηναϊκής εφημερίδας, για να μάθουν ότι οι Βορειοηπειρώτες Βλάχοι, μάλιστα οι Μοσχοπολίτες «είναι Ρουμάνοι που μιλούν βλάχικα», δίνει μαθήματα Βαλκανικής Ρωμανολογίας.
Ανελέητο παρατόλμημα προέρχεται και από πανεπιστημιακό καθηγητή, αμφισβητία της ελληνικότητας των Ελλαδιτών Βλάχων, ο οποίος περιέλαβε σε συλλογικό τόμο κείμενο με υπογραφή άλλου πανεπιστημιακού, στο οποίο δεν εντάσσει τους Βορειοηπειρώτες Βλάχους στην ελληνική εθνότητα αλλά σε πλαστή Βλαχική! Δηλαδή κατά την άποψη όλων αυτών οι Αρσάκης, Βέλλιος, Δούμπας, Ζάππος, Ζωγράφος, Λούπος, Μπάγκας, Προκοπίου, Σίνας, Σμολένσκης, Νεκτάριος Τέρπος, Τρικούπης... δεν είναι Έλληνες. Αλλά ο Σίνας με συνέντευξή του αποκαλύπτει ότι και Έλληνες είναι και ορθόδοξοι Χριστιανοί: «Δεν έχω λέξεις ικανάς να δοξάσω τον Ύψιστον δι' όλα τα αγαθά που μου έδωσε. Αλλ' εν μόνον δεν ηδυνήθην να πράξω δυστυχώς, να δώσω όλως ελληνικήν ανατροφήν εις τον υιόν μου, και να εξοικειώσω αυτόν προς τε την γλώσσαν και προς τα πάτρια ήθη και έθιμα, ώστε να μη διακρίνηται των λοιπών Ελλήνων μόνον δια τον πλούτον, αλλά μάλλον δια τον ακραιφνή και γνήσιον ελληνισμόν»! Δικαιολογημένα δε ο Ν.Β. Πατσέλης, που μας διέσωσε την εξομολόγηση του Σίνα, διευκρινίζει: «Ήθελε τουτέστι ο βλαχόφωνος Σίνας όπως ο υιός του είναι Έλλην και την γλώσσαν και την καρδίαν και την ψυχήν και το φρόνημα. Και όμως τόσον ο πατήρ όσον και ο υιός Σίνας, πλείστα όσα υλικά και ηθικά κεφάλαια συνεισέφερον δια την αναγέννησιν της πατρίδος των. Διατί εφ' όσον ούτος ήτο βλαχόφωνος δεν είχε τα βλέμματά του εστραμμένα προς το Βουκουρέστι ή την Ρώμην;»


Την ίδια ελληνικότητα επέδειξαν και Βλάχοι του καθημερινού μόχθου και της σκληρής βιοπάλης, όταν το 1881 τους επισκέφθηκε στο Δαμασούλι επίσημη και επιβλητική Επιτροπή προσωπικοτήτων της Ρουμανίας με μοναδικό αίτημα την εναντίωση στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας και ενσωμάτωσή της στο βασίλειο της Ελλάδος έναντι πρωτοφανών «προνομίων», για τα οποία όχι μόνον δεν συζητούν αλλά επιτακτικά συνιστούν άμεση αποχώρησή τους. Σε ποια εθνότητα ανήκουν; Ο Γάλλος Victor Berard γράφει ότι, αν τότε οι Βλάχοι είχαν ενδώσει, τα σύνορα της Ελλάδος θα παρέμεναν για πάντοτε στο Δομοκό.

Εξ' άλλου ο Μοσχοπολίτης Κωνσταντίνος Σμολενσκης ο μόνος, κατά τον Παύλο Μελά, άξιος πολεμιστής, που έσωσε την τιμή των ελληνικών όπλων στον Πόλεμο της Ντροπής του 1897, δεν εντάχθηκε ακόμα στην ελληνική εθνότητα;

Αλήθεια, ποιόν ενοχλεί το Ολοκαύτωμα της Κουτσούφλιανης, ενός Βλαχοχω- ριού του Ασπροποτάμου - Πίνδου, που αψήφησε την Τουρκιά και τους παρατρεχάμενούς της, τον Μάιο 1898, αναπτερώ

νοντας το καταπτοημένο φρόνημα των απανταχού Ελλήνων.
Απροσμέτρητο ελληνικό φρόνημα επέδειξαν οι Βλάχοι και κατά τη σωτήρια Εποποιία του Μακεδονικού Αγώνα.
Όταν έφθασαν τα μηνύματα για την πανελλήνια απόφαση συμμετοχής στους απελευθερωτικούς βαλκανικούς πολέμους του 1912, τα ξενιτεμένα στην Αμερική Βλαχόπουλα, όπως του Κοκκινοπλού Ολύμπου, επέσπευσαν τον επαναπατρισμό τους, πριν καλά καλά εξασφαλίσουν οικονομίες για τα ναύλα τους! Σε ποια εθνότητα ανήκαν;
Το λεγόμενο Κουτσοβλαχικό Ζήτημα, σύμφωνα με την ομολογία Ρουμάνου, πρώτου διαμετρήματος πολιτικού και επιστήμονα, του Mihail Kogalniceanu, εφευρέθηκε, επινοήθηκε, κατασκευάσθηκε προς πρόληψη διαταράξεως των σχέσεων Βουκουρεστίου - Βιέννης. Τα υπόλοιπα είναι μυθεύματα. Ενδεδειγμένη και ιστορική θα ήταν η άρση του ψεύδους, που τόσο έχει στοιχίσει στον Ελληνισμό, και η αποκατάσταση της αλήθειας με πρωτοβουλία Βιέννης και Βουκουρεστίου, αφού στην Αθήνα οι υπεύθυνοι, συνήθως αποκαλούμενοι και αρμόδιοι, παραπαίουν αυτοκαταστροφικά.
Το πρωτότυπο έχει γραφεί σε πολυτονικό σύστημα γραφής.

Ο καθηγητής Αχιλλέας Λαζάρου σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά τριετή μετεκπαίδευση στο Εσωτερικό αναγορεύθηκε διδάκτωρ με άριστα. Επίσης επί τριετία ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.) ειδικεύτηκε στην Ιστορία, Γλωσσολογία, Εθνολογία Χερσονήσου του Αίμου και Ρουμανίας σε τρία πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γαλλίας και εκλέχθηκε εντετ. Καθηγητής στο 4ο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (charge de cours a la Sorbonne - Paris IV) στον τομέα της Βαλκανικής Ρωμανολογίας και Ρουμανικής Διαλεκτολογίας. Είναι επίτιμος πρόεδρος της Επιτροπής Ενημερώσεως επί των Εθνικών Θεμάτων, ιδρυμένης από τον ακαδημαϊκό Μ. Στασινόπουλο και ειδικός επιστημονικός σύμβουλος της. Διδάσκει στις Παραγωγικές Σχολές, Σχολή Εθνικής Άμυνας και τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος, από την Ακαδημία Αθηνών με βραβείο, από την Εκκλησία της Ελλάδας με τον Χρυσό Σταυρό του Αποστόλου Παύλου.

Οι αναγνώστες, που ενδιαφέρονται και για την τεκμηρίωση, ας χρησιμοποιήσουν τα Ευρετήρια της εφετινής εκδόσεως ΑΧ. Γ. ΛΑΖΑΡΟΥ, Ελληνισμός και λαοί νοτιοανατολικής (ΝΑ) Ευρώπης, Τόμος Α', Αθήνα 2009, 633-658.
                                                                                         Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό 
                                                                                           Αεροπορική Επιθεώρηση
                                                                                          Τεύχος 86 - Απρίλιος 2009
                                                                                                 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.