Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα - Μέρος Α'


Ο ρουμανίζοντας βοεβόδας Βερμίου 
Γιώργης Μουτσιτάνου-Κασάπη από 
το Κρούσοβο - Πηγή φωτο: 
Με  τον τίτλο «Κουτσοβλαχικό ή Ρουμανικό ζήτημα» εννοούμε την επιδίω­ξη των Ρουμάνων να πείσουν με την προ­παγάνδα τους Βλάχους ή Κουτσόβλαχους (βλαχόφωνους) της Ελλάδας ότι α­ποτελούν ξεχωριστή μειονότητα που έλ­κει την καταγωγή της από τους Ρωμαίους και δεν έχει σχέση με τους Έλληνες. Η α­νάπτυξη του θέματος χωρίζεται σε τρία μέρη, από τα οποία το πρώτο περιλαμβά­νει μια σύντομη ενημέρωση του εν λόγω ζητήματος, το δεύτερο τις προσπάθειες της Ρουμανίας για αναγνώριση ρουμανικής μειονότητας στον ελληνικό χώρο και το τρίτο τις κυριότερες δραστηριότητες της προπαγάνδας εις βάρος της Ελλάδας. Εκείνο το οποίο θέλουμε να καταστή­σουμε γνωστό από την αρχή είναι ότι το Κουτσοβλαχικό ζήτημα μπορεί σήμερα να βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση, υπάρχει όμως το ενδεχόμενο να αναζω­πυρωθεί και πάλι στο μέλλον, διότι βρίσκονται στην Ευρώπη και στην Αμερική ομάδες ρουμανιζόντων που είναι έτοιμες να ανακινήσουν το ζήτημα, όταν θα αρχί­σουν οι συζητήσεις για τα δικαιώματα των μειονοτήτων στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ετοιμάζονται να κάνουν οι Τούρκοι για τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης και οι Αλβανοί για τους Τσάμηδες.
Η ρουμανική προπαγάνδα εμφανί­στηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας (στα μέσα του 19ου αι­ώνα) στις περιοχές της Μακεδονίας (βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου) και της Ηπείρου (βιλαέτι Ιωαννίνων) και συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Οθωμα­νική Πύλη τήρησε ευμενή στάση απέναντι στους ρουμανίζοντες, γιατί πίστευε ότι η ακεραιότητα του οθωμανικού κράτους δεν κινδύνευε από την προπαγάνδα, α­φού τα μέλη της συνεργάζονταν με τις τουρκικές Αρχές και ήταν αντίθετα με την προσάρτηση εδαφών στην Ελλάδα.
Η επιδίωξη της ρουμανικής κυβέρνη­σης πριν από το Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ή­ταν να πείσει την Τουρκία και τις Μεγάλες Δυνάμεις να αναγνωρίσουν τους Κουτσόβλαχους ως μειονότητα αυτόνομη με ειδι­κά προνόμια, με την απιολογία ότι κινδύ­νευε από την καταπίεση που ασκούσε πά­νω της η Ελλάδα και το Οικουμενικό Πα­τριαρχείο. Με το ίδιο θέμα ασχολήθηκε αργότερα και η Ιταλία, η οποία με τα δικά της στρατεύματα και τους ρουμανίζοντες των βλαχόφωνων χωριών επιδίωξε το καλοκαίρι του 1917 και την κατοχική περίο­δο 1941-43 να δημιουργήσει το ανεξάρ­τητο βλάχικο κράτος της Πίνδου. Οι Ιτα­λοί απέβλεπαν το κρατίδιο αυτό να αποτε­λέσει προέκταση της Αλβανίας, την οποία είχαν μεταβάλει σε προτεκτοράτο τους.

Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι Ιτα­λοί ξαναθυμήθηκαν τα παλιά επεκτατικά τους σχέδια, και το Μάιο του 1960, η ιτα­λική κυβέρνηση υπέβαλε στα κατά τό­πους στρατηγεία του NATO έκθεση περί Αλβανίας, στην οποία αναφέρει, ότι οι βλαχόφωνοι που κατοικούν στην Αλβα­νία και στην Πίνδο είναι ρουμανικής εθνικότητας και ότι θεωρούν τους Βλά­χους της Μακεδονίας και της Ηπείρου συμπατριώτες τους. Οι Κουτσόβλαχοι δεν πρέπει να συγχέονται με τους Σαρακατσαναίους, των οποίων το γλωσσικό ιδίω­μα είναι καθαρά ελληνικό και δεν έχει καμία σχέση με την λατινογενούς προέ­λευσης γλώσσα των Βλάχων.
Τα σπουδαιότερα κέντρα της ρουμα­νικής προπαγάνδας επί τουρκοκρατίας αναπτύχθηκαν στις πόλεις Μοναστήρι, Κρούσοβο, Βέροια, Γευγελή, Θεσσαλο­νίκη, Γρεβενά και Ιωάννινα.

Σχετικά με την γεωγραφική κατανομή του κουτσοβλάχικου πληθυσμού στον ελ­ληνικό χώρο παρατηρούμε ότι οι Κουτσόβλαχοι στη Μακεδονία και την Ήπειρο εί­ναι εγκατεστημένοι σε χωριά που βρίσκο­νται στις ορεινές διαβάσεις και πλαγιές της Πίνδου (μέχρι τα Άγραφα), σε υψό­μετρο που κυμαίνεται από 800 έως 1.500 μέτρα. Εκτός από την Πίνδο είναι εγκατε­στημένοι στην οροσειρά Βαρνούντα, Βέρνου (Βίτσι) και 'Ασκιού (Πισοδέρι, Νυμφαίο, Κλεισούρα, Βλάστη), στο Βέρ­μιο (Σέλι, Κουμαριά, Ξηρολίβαδο), στα Πιέρια (Βλαχολείβαδο, Κοκκινοπλός, Φτέρη) και στην Αλμωπία ή Καρατζόβα. Διευκρινίζεται, ότι όσοι Κουτσόβλαχοι κατοικούν στη Θεσσαλία (Τρίκαλα, Λάρι­σα, Βελεστίνο, Τύρναβο, Ελασσόνα) και σε άλλες πόλεις όπως Ιωάννινα, Γρεβε­νά, Βέροια κ.λπ. προέρχονται κυρίως α­πό τους ορεινούς οικισμούς της Πίνδου.
Στις όμορες χώρες αμιγείς βλάχικοι οικισμοί βρίσκονταν στη Βόρεια Ήπειρο (Φράσερι και γύρω χωριά), στο Βεράτι (συνοικίες Βακουφιού και Γκορίτσας) και στη Μοσχόπολη. Επίσης οικισμοί υ­πήρχαν και στις βόρειες πλαγιές του ό­ρους Βαρνούντα (Περιστέρι) του σημερι­νού κράτους των Σκοπίων, στα χωριά Μηλόβιστα, Νιζόπολη, Μεγάροβο, Τύρνοβο και Γκόπεσι. Βλάχοι ανακατεμένοι με Σλάβους βρίσκονταν στην Αχρίδα, το Κρούσοβο, τα Βελεσσά, τη Γευγελή και αλλού. Στη Βουλγαρία υπήρχαν οικισμοί στον Όρβηλο, στο Μελένικο και βορειό­τερα προς τον Αίμο.

Οι Έλληνες ιστορικοί ερευνητές που ασχολήθηκαν με την προέλευση των βλαχόφωνων κατατάσσονται σε τρεις κατη­γορίες: 

1) Αυτούς που δέχονται ότι οι Βλάχοι ήσαν αρχικά εγκατεστημένοι γύ­ρω από τον Αίμο και τη Βλαχία και από ε­κεί διεσπάρησαν προς Νότο (Π. Αραβαντινός, Κ. Παπαρρηγόπουλος, I. Λαμπρίδης, Ν. Βέης, Κ. Άμαντος, Σπ. Λάμπρος, Ρίζος Ραγκαβής), 
2) Εκείνους που υπο­στηρίζουν ότι πρόκειται για αυτόχθονες ελληνικούς πληθυσμούς που εκλατινίστηκαν (Κ. Κούμας, Μ. Χρυσοχόου, Ε. Κουρίλας, Σπ. Παπαγεωργίου, Ν. Νικολαΐδης, Α. Κεραμόπουλος, Τ. Κατσουγιάννης, Αχ. Λαζάρου), και
3) Εκείνους, κυρίως ρουμανίζοντες, που θεωρούν ότι είναι απόγονοι της 5ης Ρωμαϊκής Λεγεώ­νας, η οποία κατέκτησε την Ελλάδα. Οι ο­παδοί της τελευταίας κατηγορίας υποστη­ρίζουν ότι τα βλάχικα χωριά κείνται επί της οδού που αποκαλείται «Βασιλική Στράτα», την οποία χάραξαν οι Ρωμαίοι ε­πί της Πίνδου μεταβαίνοντες στη Θεσσα­λονίκη και τη Μακεδονία και ότι επί της ο­δού αυτής υπάρχουν αρκετές θέσεις που φέρουν ρωμαϊκά ονόματα. Φαίνεται, λέ­νε οι οπαδοί αυτοί, ότι οι Ρωμαίοι εγκαθι­στούσαν επί της οδού φρουρές, οι οποί­ες, μετά την εγκατάλειψή τους ανάγκα­σαν τους φρουρούς να διαλέξουν τον ποι­μενικό βίο.

Για το ζήτημα των βλαχόφωνων ζωη­ρό υπήρξε το ενδιαφέρον όλων των ιστο­ρικών (ξένων και Ελλήνων), που ασχολή­θηκαν με την εξιστόρηση των γεγονότων της Χερσονήσου του Αίμου. Και ενώ από ιστορικής πλευράς έγινε σοβαρή προ­σπάθεια, από απόψεως πολιτικής οι ελ­ληνικές κυβερνήσεις σχεδόν αγνόησαν το θέμα και δεν επέδειξαν το ανάλογο εν­διαφέρον που απαιτούσαν οι περιστά­σεις. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μετά την α­πελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου από τον τουρκικό ζυγό (Βαλκα­νικοί Πόλεμοι 1912-13), η τότε ελληνική κυβέρνηση Βενιζέλου αναγνώρισε τους Κουτσόβλαχους των περιοχών αυτών ως μειονότητα, στην οποία επέτρεψε να έχει τα δικά της σχολεία και εκκλησίες.

Για το ανωτέρω ζήτημα ο Σοφοκλής Βενιζέλος, στον πρόλογο του βιβλίου του Ευαγγέλου Αβέρωφ, «Η πολιτική πλευρά του Κουτσοβλαχικού ζητήματος», αναφέ­ρει ότι πρόκειται για «ένα πρόβλημα του Ελληνισμού μεγάλο και αγνοημένο» και ότι «είναι πρόβλημα το οποίον συνάντησε συνεχώς την αδιαφορία μας, αλλά το ο­ποίο εκ παραλλήλου συνάντησε το ενδια­φέρον και της διεθνούς διπλωματίας και προπαντός των εχθρών της Ελλάδος».

Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία εί­ναι, ότι κατά τα χρόνια δουλείας του Ελληνισμού οι Βλάχοι της Μακεδονίας και Ηπείρου απέδειξαν ότι είχαν ελληνική συνείδηση και αρκετά επίλεκτα μέλη τους αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της Ελλάδας, όπως ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο στρατηγός Χριστόδουλος Χστζηπέτρος, ο συνταγματάρχης Ν. Κασομούλης και άλλοι. Ο πολιτικός και πρωθυπουργός Ιωάννης Κωλέτης, καθώς και οι μεγάλοι δωρητές και εθνικοί ευεργέτες, Γ. Αβέ­ρωφ, Ν. Στουρνάρης, Μ. Τοσίτσας, Γ.Σίνας και πολλοί άλλοι (καθηγητής και πρωθυπουργός Σπ. Λάμπρος, ΥΠΕΞ Λά­μπρος Κορομηλάς κ.λπ.), που κατέλαβαν υψηλά αξιώματα στο Ελληνικό Κράτος ήταν βλάχικης καταγωγής.

Η εμφάνιση του ρουμανικού ζητήματος και οι πρώτες 
δραστηριότητες της προπαγάνδας

'Οταν τον 19° αι. παρουσιάστηκαν οι πρώτες ενδείξεις διάλυσης της Οθωμανι­κής Αυτοκρατορίας στη Βαλκανική άρχι­σε ένας αγώνας ανάμεσα στους λαούς αυτής, για την κατάληψη των κατεχομέ­νων υπό των Τούρκων εδαφών. Επίκε­ντρο της έριδας ήταν η Μακεδονία, στην οποία κατά πλειοψηφία κατοικούσαν Έλληνες. Από τη μια μεριά αναπτυχτηκε η βουλγαρική προπαγάνδα, η οποία επε­δίωκε να προσεταιριστεί τους σλαβόφω­νους Έλληνες της Μακεδονίας και από την άλλη η αντίστοιχη ρουμανική, η οποία προσπαθούσε να πείσει τους βλαχόφωνους της Μακεδονίας και της Ηπείρου ότι είναι Ρουμάνοι. Οι επιδιώξεις αυτές ήταν φυσικό να προκαλέσουν την αντίδραση της Ελλάδας και του Πατριαρχείου. Η Ελλάδα έβλεπε ότι θίγονταν άμεσα τα ε­θνικά της συμφέροντα σε πληθυσμούς που δικαιωματικά της ανήκαν, ενώ από την πλευρά του το Πατριαρχείο διαπί­στωνε αμφισβήτηση της ηγετικής του θέ­σης και αποδυνάμωση της επιρροής του ανάμεσα στους ορθοδόξους λαούς της Βαλκανικής, κυρίως μετά από το πλήγμα που υπέστη, με την ίδρυση της Βουλγαρι­κής Εξαρχίας. Στην προσπάθεια αντιμετώπισης και εξουδετέρωσης της ρουμανι­κής προπαγάνδας σημαντική ήταν η βοήθεια που προσέφερε με τη μαχητική της αντίδραση η μεγάλη πλειοψηφία των Κουτσόβλαχων, η οποία ήταν σταθερά προσηλωμένη στην Ελλάδα και το Πα­τριαρχείο.

Οι ρουμανίζοντες επί τουρκοκρατίας δεν υπερέβησαν το 10% του συνολικού βλάχικου πληθυσμού, πλην όμως είχαν πολύπλευρη συμπαράσταση από τους Τούρκους, τους Αυστριακούς, τους Γερ­μανούς και τους Ιταλούς. Από τις Μεγά­λες Δυνάμεις μόνο η Ρωσία στάθηκε στο πλευρό του Πατριαρχείου και της Ελλά­δας, επειδή η Ρουμανία δεν ήταν σλαβικό κράτος, κάτι που δεν συνέβαινε με τις βουλγαρικές επιδιώξεις στη Μακεδονία. Η ρωσική επέμβαση συνέβαλε, σε μεγά­λο βαθμό και στη ματαίωση της αναγνώ­ρισης της ρουμανικής Εξαρχίας, γεγονός που αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα στην ανάπτυξη της προπαγάνδας.

Οι πρώτες ενέργειες της ρουμανι­κής προπαγάνδας άρχισαν να εμφανί­ζονται στα βλαχόφωνα χωριά της Βό­ρειας Πίνδου το έτος 1859 από κάποι­ον ιερομόναχο ονομαζόμενο Αβέρκιο, ο οποίος καταγόταν από την Αβδέλλα Γρεβενών. Ο Αβέρκιος το έτος 1855 εί­χε μεταβεί στο Αγιο Όρος, με σκοπό να μονάσει στη Μονή Ιβήρων, στην οποία παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Εκεί διεκδικώντας τη θέση του ηγουμένου, φίλο νίκησε με τους άλλους μονάχους, οπότε απήλθε στη Βλαχία της Ρουμα­νίας, όπου μυήθηκε στα θέματα της προπαγάνδας. Το 1859 επέστρεψε στην επαρχία Γρεβενών, φέροντας μαζί του άφθονα χρήματα για εξαγορά συ­νειδήσεων, με σκοπό να δημιουργήσει τους πρώτους πυρήνες για την εξάπλω­ση του ρουμάνισμού στις βλάχικες κοι­νότητες. Μετά την άφιξη του προσέλαβε επτά (7) νέους των βλαχόφωνων χω­ριών και τους έστειλε να σπουδάσουν με υποτροφία στη Ρουμανία με σκοπό να επιστρέψουν μετά τις σπουδές στα χωριά τους και να χρησιμοποιηθούν ως όργανα της προπαγάνδας.
        

του Χρήστου Δ. Βήττου
Υποστράτηγου ε.α.
Δημοσιεύτηκε στην εφημεριδα
ΠΥΡΟΒΟΛΗΤΗΣ
ΙΑΝ-ΜΑΡ 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.