Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Η συνάντηση της μεταβυζαντινής τέχνης με το μπαρόκ. Η περίπτωση των Ορθοδόξων εκκλησιών της Ουγγαρίας


Γεώργιος Χρ. Τσιγάρας
Επίκουρος Καθηγητής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Είναι πλέον κοινός τόπος στην έρευνα της ιστορίας της μεταβυζαντινής τέχνης ότι στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου κατοικούσαν Ορθόδοξοι διαμορφώθηκε μια κοινή εικαστική αντίληψη που αποτελεί συνέχεια της βυζαντινής τέχνης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους με τη σπουδαία πνευματική και πολιτιστική τους ακτινοβολία συνετέλεσαν στη διάδοση της βυζαντινής πολιτιστικής παράδοσης σε περιοχές, όχι μόνο μέσα στα όρια του κράτους των Οθωμανών, αλλά και έξω από αυτό, κυρίως στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Μέσω του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του δικτύου των μητροπόλεων, των αρχιεπισκοπών και των επισκοπών που υπάγονταν σ’ αυτό, διαμορφώθηκε το πολιτικό, εκκλησιαστικό και πολιτιστικό πλαίσιο για τη διαφύλαξη της βυζαντινής παράδοσης στην τέχνη αλλά και στην καθόλου ζωή των λαών της ΝΑ. Ευρώπης. Στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας το κύρος και η επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου απλώνεται και έξω από τον σημερινό καθαυτό ελλαδικό γεωγραφικό χώρο και καλύπτει τις ανάγκες των Ελλήνων της Διασποράς, αλλά και των άλλων ορθοδόξων λαών της βαλκανικής χερσονήσου.
Στην παρούσα εισήγηση το ερευνητικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται γεωγραφικά και καλλιτεχνικά στις περιοχές της Μεσευρώπης και ιδίως σε περιοχές της Αυστροουγγαρίας στις οποίες είχαν εγκατασταθεί Ορθόδοξοι έμποροι. Είναι γνωστό ότι στην κεντρική Ευρώπη έχει καταγραφεί ιδιαίτερη δραστηριότητα ορθοδόξων εμπόρων που κατάγονταν από τη δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Είναι επίσης γεγονός ότι οι ορθόδοξοι έμποροι, οι εκτός των συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ιδιαίτερα αυτοί που δραστηριοποιούνταν στην κεντρική Ευρώπη ενστερνίστηκαν τις ιδέες του Διαφωτισμού και βοήθησαν στη διαμόρφωση της πνευματικής και εθνικής συνείδησης των ορθοδόξων Ελλήνων υπηκόων των Οθωμανών. Ταυτόχρονα, μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα νοοτροπίες, ιδέες και καλλιτεχνικά στοιχεία από τον τόπο της καταγωγής τους, ενώ από την άλλη πλευρά η μεταφορά στοιχείων από τη νέα τους πατρίδα στον τόπο καταγωγής τους επέδρασε στην εξέλιξη της όψιμης μεταβυζαντινής τέχνης.
Την περίοδο αυτή η εξακτίνωση της εικαστικής γλώσσας του Βυζαντίου, εκτός από τη διατήρηση της καλλιτεχνικής αυτής παράδοσης, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την καθιέρωση μιας κοινής εικαστικής γλώσσας στους ορθοδόξους λαούς της Ανατολής με κέντρο βέβαια την Κωνσταντινούπολη. Σταθμό στη συζήτηση για τη διακίνηση των έργων τέχνης και την καλλιτεχνική ενοποίηση του βαλκανικού χώρου και της Μεσευρώπης αποτελεί η υπογραφή των συνθηκών του Κάρλοβιτς (1699), του Πασσάροβιτς (1718) και αργότερα του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) με τις οποίες προσφέρεται στους Ορθοδόξους το απαραίτητο πολιτικό πλαίσιο για την ανάπτυξη του εμπορίου και των κάθε λογής ανταλλαγών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τα ευρωπαϊκά χριστιανικά κράτη. Τα πολιτικά αυτά γεγονότα ομαλοποιούν τη ζωή των Ορθοδόξων, ευνοούν το εμπόριο και την οικονομική τους ανάκαμψη και παράλληλα διαπιστώνονται ευεργετικές συνέπειες στην ανάπτυξη της τέχνης. 
Στην καλλιτεχνική ενοποίηση συνέβαλαν οι ζωγράφοι που περιφερόμενοι διέδωσαν τη μεταβυζαντινή ζωγραφική και έξω από τα όρια του κράτους των Οθωμανών. Οι δρόμοι που ακολουθούσαν οι ζωγράφοι για την Μεσευρώπη κατευθύνονταν βόρεια και ανατολικά και η δεύτερη ήταν θαλάσσια και κατευθύνονταν στα δυτικά και κατέληγαν στις ελληνικές κοινότητες της Μεσευρώπης. Τα καραβάνια, ακολουθώντας τους δρόμους του βαμβακιού, διακινούσαν εμπορεύματα και έργα τέχνης, ταυτόχρονα δε μετέφεραν πλήθος πληροφοριών, νέες ιδέες, νοοτροπίες και καλλιτεχνικές αντιλήψεις, συχνά μάλιστα μετέφεραν και τα ίδια τα εργαστήρια των ζωγράφων.

Χαιρετισμός του κ. Βασιλείου Σηφακάκη στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Β. Σταματόπουλου με θέμα τους Μακεδονοβλάχους


Ο συγγραφέας του βιβλίου κ. Β. Σταματόπουλος
Χαιρετισμός του κ. Βασιλείου Σηφακάκη στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Βασιλείου Σταματόπουλου «Οι Μακεδονοβλάχοι (17ος-19ος αι.). Έλληνες Βλάχοι στην κεντροανατολική Ευρώπη. Η αποκατάσταση της αλήθειας» που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του Συνεδρίου της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας που ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του Ευγενίου Δούμτσα, πρώτου δημάρχου του Szentendre Ουγγαρίας.

Το θέμα των Βλάχων για τους περισσότερους Έλληνες είναι άγνωστο, ενώ για κάποιους το πολύ-πολύ να σημαίνει τους ορεσίβιους πληθυσμούς που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Για τους ανήσυχους όμως και συνειδητοποιημένους Έλληνες σημαίνει ένα κομμάτι του Ελληνισμού που ζούσε και ζει στην Θεσσαλία, την Ήπειρο και την Μακεδονία, που προσπάθησε να τους προσεταιριστεί η Ρουμανική προπαγάνδα και ακόμα και σήμερα το επίσημο Ρουμανικό κράτος θέλει να τους θεωρεί Ρουμάνους.

Η ενασχόληση του κυρίου Βασιλείου Σταματόπουλου με το θέμα των Μακεδονοβλάχων του 17ου-19ου αι. και των Ελλήνων Βλάχων στην Κεντροανατολική Ευρώπη δείχνει τις εθνικές του ευαισθησίες και τις ανησυχίες του για την συνεχιζόμενη σήμερα προπαγάνδα της Ρουμανίας να θεωρεί Ρουμάνους όλους τους λατινόφωνους πληθυσμούς της Κεντροανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, επομένως και τους Έλληνες. Ο συγγραφέας όμως θίγει άλλο ένα θέμα: δείχνει ότι η προπαγάνδα αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο μητροπολιτικό χώρο, αλλ’ επεκτείνεται και έξω απ’ την Ελλάδα, όπου ζουν χιλιάδες Έλληνες Βλάχοι, διωγμένοι σε χαλεπούς καιρούς από τις εστίες τους, όπως οι Βλάχοι της Μοσχόπολης, της κατ’ εξοχήν ακμάζουσας ελληνικής πόλης πριν το 1850, που εξανδραποδίστηκε από τις θηριωδίες και τις φρικαλεότητες; των Τουρκαλβανών.

Η Ελληνοβλαχική κληρονομιά στη πόλη του Szentendre (Αγίου Ανδρέα) - Βασιλείου Σταματόπουλου


Βουδαπέστη: 7η Συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας.
Ομιλία του Βασιλείου Σταματόπουλου,
Οικονομολόγος-Ιστορικός Επιμελητής, πρόεδρος του Ελληνικού-Κυπριακού-Ουγγρικού Συλλόγου Φιλίας.

Κυρίες και Κύριοι
Άγιος Ανδρέας (Szentendre) 

Η Ελληνοβλαχική κληρονομιά στη πόλη του Szentendre (Αγίου Ανδρέα), αποτελεί μέχρι σήμερα ένα σημείο εξαιρετικού δείγματος του πολιτισμού από την παρουσία των σε όλη την Ουγγαρία. 
Στο Szentendre έφτασαν οι Έλληνες από τη Μακεδονία και Ήπειρο κατά το τέλος του 17ου αιώνα. Σημαντικό γεγονός υπήρξε ότι η συντεχνία τους πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 13 Ιουλίου 1698 και το 1715 ιδρύθηκε η συντεχνία των Ελλήνων κατασκευαστών σαπουνιού με έδρα στην οδό «Görög» (Ελλήνων). Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι την πλειοψηφία της πόλεως, την είχαν οι ομόθρησκοι Σέρβοι.
Βάσει της απογραφής του 1774 οι μόνιμοι Έλληνες κάτοικοι της πόλεως ήταν 22 που οι περισσότεροι προήρχοντο από την Μοσχόπολη, μετά την καταστροφή της από τους Τουρκαλβανούς το 1769. 
Σε επίσημα έγγραφα του δήμου, το 1772 αναφέρονται ονόματα Ελλήνων όπως «Lazarus Monasterl, Duka Kalo και Ignatius Geregh». 
Οι Έλληνες μαζί με τους Σέρβους απόκτησαν μεγάλο πλούτο και απόδειξη είναι οι εκκλησίες που δημιούργησαν σε ρυθμό μπαρόκ καθώς επίσης και τα κτήρια των εμπορικών οικογενειών τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. 
Το απόγειο της ακμής των Ελλήνων της πόλεως εμφανίζεται στα μισά του 18ου αιώνα όταν κάνουν την εμφάνιση τους και σε άλλες πόλεις της Αυστροουγγαρίας, συνεργαζόμενοι με όλους τους Έλληνες έμπορους, δημιουργώντας έτσι ένα μεγάλο εμπορικό δίκτυο. 
Σε αυτή την πόλη διέμενε κατά τους θερινούς μήνες και ο μεγάλος Έλληνας επίσκοπος καταγόμενος από τα Σέρβια της Κοζάνης Διονύσιος Παπαγιαννούσης, ο οποίος ήταν η αιτία για την κατασκευή των περισσοτέρων ελληνορθόδοξων ναών στην Μεγάλη Ουγγαρία καθώς και η δημιουργία της ελληνικής παιδαγωγικής Ακαδημίας στην Πέστη. 
Εδώ το 1828 απεβίωσε ο Έλληνας επίσκοπος Βούδας Διονύσιος Παπαγιανούσης ή Dioniszios Popovics και είναι θαμμένος στο σερβικό Καθεδρικό Ναό, αλλά η ελληνόγλωσση επιγραφή του τάφου του τοποθετήθηκε στο τοίχο του ελληνικού ναού της πλατείας Petőfi στην Πέστη.
Ο ναός Blagovesztenszka με την σλαβική του ονομασία που βρίσκεται στην πλατεία Fő του Szentendre είναι κοινώς γνωστός και με το όνομα «Grecska», η λέξη με υποκοριστικό υποδηλώνει «μικρό Έλληνα». Η σλαβική ονομασία είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Μερικοί λένε ότι η ονομασία «Grecska» προέρχεται από την επιτύμβια πλάκα με ελληνική επιγραφή που βρίσκεται στην πλαϊνή θύρα και η οποία αναφέρει ότι «ο Τολογιάννης Δημήτρης (Tolojanni Demeter), που κατάγεται από την πόλη Υπισχίας έζησε μια περιπετειώδη ζωή, απεβίωσε εκεί στις 24 Απριλίου 1759 σε ηλικία 48 ετών», αν και ήταν μόνιμος κάτοικος της πόλεως Vác. Αυτός ο ναός ονομαζόταν Ελληνικός Ναός και οι Έλληνες της γειτονιάς αυτής ήταν μέλη της ενορίας και συμμετείχαν στην οικοδόμηση του ναού. Έτσι ο δρόμος μπροστά από την εκκλησία πήρε την ονομασία οδός Ελλήνων. 
Σε ένα πρωτόκολλο του 1697 όμως μπορούμε να διακρίνουμε ένα ολόκληρο διάγραμμα κάλυψης του Szentendre στο οποίο βρίσκουμε «το Ναό των Ελλήνων» και μερικές γραμμές πιο κάτω «το Ναό των Σέρβων». Αναλύοντας το κείμενο του πρωτοκόλλου συμπεραίνουμε ότι ο ναός των Σέρβων πιθανόν να βρισκόταν στη θέση του τωρινού αναμνηστικού σταυρού του Τσάρου Λαζάρου και εκείνος των Ελλήνων στον «δρόμο που οδηγεί στο Δούναβη», στη θέση δηλαδή του ναού που υπάρχει και σήμερα.
Στους Έλληνες του Szentendre του 18ου αιώνα ανήκαν μεταξύ άλλων και οι οικογένειες των Αντρέας Χατζής (Hadzsi András), Νικόλαος Πούγιος (Pulyo Miklós), Γεώργιος Πόποβιτς (Popovics György), Θεόδωρος Μάρτον (Marton Tódor), Μιχάλης Κοσμάς (Kozma Mihály), Γεώργιος Μίλας (Mila György), Κωνσταντίνος Λάσκαρης (Laszkar Konstantin). Επίσης σημαντικές οικογένειες ήταν οι Τύρο (Lazar Tyro), Δούμτσα (Dumcsa), Νικόλα (Nicola), Πόποβιτς (Popovics) και Λούπα (Lupa).

Βουδαπέστη: 7η συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας - Δελτίο Τύπου


Τη συνέχιση και τον εμπλουτισμό της επίμονης και συστηματικής προσπάθειας για την προάσπιση της ιστορικής και της πολιτιστικής αλήθειας, την επανασύνδεση της βλαχόφωνης ρωμιοσύνης και την προβολή της ταυτότητας και των αξιών των Βλάχων αποφάσισαν οι συμμετέχοντες στην 7η παγκόσμια συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 13 Μαΐου 2017 στην Βουδαπέστη.
«Η Ελλάδα ως κοιτίδα του βλαχόφωνου στοιχείου και της βλαχόφωνης διασποράς συνολικά, ανέλαβε την υποχρέωση να αγκαλιάσει τους απανταχού πολίτες βλαχόφωνης καταγωγής» τόνισε στην ομιλία του ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, Μιχάλης Μαγειρίας, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «έχουμε πλήρη επίγνωση πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα, κατά τρόπο συστηματικό, από διάφορα ποικιλώνυμα κέντρα του εξωτερικού μια προσπάθεια διαστρέβλωσης και αλλοίωσης της ιστορικής πραγματικότητας».

Τους συνέδρους και τους προσκεκλημένους καλωσόρισε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Αυστρίας και Έξαρχος Ουγγαρίας και Μεσευρώπης κ.κ Αρσένιος και ο πρέσβης της Ελλάδας στη Βουδαπέστη, κ. Δημήτριος Λέτσιος, ο οποίος επισήμανε ότι «η κοινότητα των Βλάχων είναι γνωστή για την πολιτική, πολιτιστική και εμπορική δραστηριότητά της.
Με κοιτίδα την οροσειρά της Πίνδου, κατάφερε μέσα στους αιώνες να διατηρήσει πάντα την ελληνικότητά της και να διαμορφώσει μια ιδιαίτερη ταυτότητα με τις δικές της παραδόσεις, τα ήθη και έθιμά της και να καταστεί ένας από τους βασικούς πυλώνες του Έθνους μας. Μετά την επανάσταση, οι Βλάχοι έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην πορεία του νέου ελληνικού κράτους ως ευεργέτες, αγωνιστές, πολιτικοί και άνθρωποι των γραμμάτων και της εκκλησίας».

Ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, Μιχάλης Μαγειρίας απευθυνόμενος στους παριστάμενους είπε: «Αγαπητοί συμπατριώτες και αγαπητοί φίλοι της διασποράς της βλαχόφωνης ρωμιοσύνης, καλώς ανταμωθήκαμε. Η Ελλάδα, ως κοιτίδα του βλαχόφωνου στοιχείου και της βλαχόφωνης διασποράς συνολικά, ανέλαβε την υποχρέωση να αγκαλιάσει τους απανταχού πολίτες βλαχόφωνης καταγωγής.
Σ' αυτό το πλαίσιο, η Παγκόσμια Βλαχική Αμφικτιονία πρωτοστατεί σήμερα στην επανασύνδεση της διασποράς με το μητροπολιτικό κέντρο ώστε να αναδείξει με ενάργεια και κατά τρόπο εξωστρεφή και δυναμικό, εντός και εκτός των ελληνικών τειχών, τη γνήσια και αυθεντική έκφραση της λατινόφωνης ρωμιοσύνης, προβάλλοντας την ιστορική της ταυτότητα και τις ιστορικές της αξίες και ρίζες».

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Έφυγε από τη ζωή ο τελευταίος απόγονος του μεγάλου Βορειοηπειρώτη ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου


Ζωγράφειον Διδασκαλείον, Κεστοράτι Λιούτζης
Έφυγε από τη ζωή ένας από τους τελευταίους απόγονους του μεγάλου Βορειοηπειρώτη ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου, Ζωγράφος και αυτός, σε ηλικία 95 ετών. Μέχρι την τελευταία του αναπνοή φρόντιζε να μην καταπέσει τελείως το Ζωγράφειο Διδασκαλείο στον τόπο του, στο Κεστοράτι Λιούτζης. Και το έκανε, συνειδητοποιώντας, αν και απλός άνθρωπος ο ίδιος, ότι ήταν συνεχιστής μιας μεγάλης παρακαταθήκης, την οποία με όλες του τις δυνάμεις κράτησε ζωντανή και αλώβητη. 

Το Ζωγράφειο Διδασκαλείο χτίστηκε στα μέσα του 19ου αι. με χρήματα του Χρηστάκη Ζωγράφου και από τις τάξεις του αποφοίτησαν δεκάδες επιφανείς δάσκαλοι, επιστήμονες και ιεράρχες κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Και ο αλησμόνητος Σπύρος Ζωγράφος ένιωθε την πνοή και τη φωνή όλων αυτών, που μετατρεπόταν σε προσωπικό χρέος να αγωνιστεί για να μη σβήσει το πνεύμα του ευεργέτη. 

Ο τελευταίος απόγονος της οικογενείας των ευεργετών Ζωγράφων στο Κεστοράτι, Σπύρος Ζωγράφος. (Φωτ.: Σπ. Μαντάς, 2015)

Το νεοκλασικό συγκρότημα του Ζωγράφειου Διδασκαλείου στο Κεστοράτι καταστράφηκε από τους Αλβανούς εθνικιστές, συνεργάτες των Γερμανών ναζιστών στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το καθεστώς Χότζα επισκεύασε τη στέγη και διαρρύθμισε τους εσωτερικούς χώρους για να στεγάσει πλέον το γνωστό αλβανικό γυμνάσιο και λύκειο της περιοχής. 

Ο απόγονος του Χρηστάκη Ζωγράφου ζούσε μόνος σε ένα κονάκι του αρχοντικού. Είχε τα κλειδιά του ερειπωμένου κτιρίου και την καρδιά του πλημμυρισμένη με όλο το μεγαλείο του πατριωτισμού του προγόνου του. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, ξεναγούσε όσους επισκέπτονταν το Διδασκαλείο και έδειχνε το ελληνικό αλφάβητο, το οποίο δεν κατάφεραν να σβήσουν οι σουβάδες και μπογιές του Χοτζικού καθεστώτος. Και τα μάτια του βούρκωναν, όπως θα βουρκώνουν και τώρα από τον ουρανό, βλέποντας από ψηλά πλέον ότι οι παραδόσεις του Γένους υποχωρούν.

Αρωμουνική ανθρωπωνυμία


Ρωμαϊκή αγορά Θεσσαλονίκης
Η εμφάνιση των Αρωμούνων[1], των λατινοφώνων, των Βλάχων[2], γνωστών ευρύτερα ώς Κουτσοβλάχων[3], στον βορειοελλαδικό χώρο ανάγεται στην εποχή της ρωμαϊκής κατακτήσεως. Την αλήθεια αυτή έχουν αναγνωρίσει και Ρουμάνοι, διακεκριμένοι μάλιστα ειδικοί επιστήμονες, όπως οι Vasile Pârvan[4], Radu Vulpe[5], Gheorghe Bràtianu[6], Take Papahagi[7], Emile Petrovici[8], Șextil Pușcariu[9], Dumitru Maniu[10], τελικά δέ και αυτός ο πολύς Th. Capidan[11]. Τελευταία όχι μόνο η εντοπιότητα αλλά και η ελληνικότητα των Αρωμούνων έχει αποδειχθή με διεπιστημονικά συγκλίνοντα στοιχεία[12]. ’Ήδη εκλατίνιση, άμεση ή έμμεση, Ελλήνων αποδέχονται και ικανοί 'Έλληνες επιστήμονες[13], ενώ παλαιότερα ανάλογο ενδεχόμενο αποκλειόταν λόγω της υπεροχής του ελληνικού πολιτισμού έναντι του ρωμαϊκού[14]. Είναι γνωστό ότι οι Ρωμαίοι, πριν ακόμα γίνουν κύριοι των ελληνικών χωρών, είχαν επιδιώξει τη σύναψη φιλικών σχέσεων με τις ελληνικές πόλεις καί ομοσπονδίες[15]. 'Όταν δέ υπέταξαν τήν Ελλάδα[16], μή διαθέτοντας το απαιτούμενο έμψυχο δυναμικό προς άσκηση της διακυβερνήσεως των νέων χωρών, σκέφθηκαν να αποταθούν αρχικά στην άρχουσα τάξη των Ελλήνων, για να την χρησιμοποιήσουν στή διοίκηση, στο στρατό και σ’ άλλους τομείς τής δημό­σιας και κοινωνικής ζωής. Παράλληλα αξιοποιούν κάθε ελληνικό στοιχείο[17]. Άλλως τε οί Έλληνες όλων των τάξεων δέν εννοούσαν νά εγκαταλείψουν τις πολυσχιδείς δραστηριότητές τους, κατ’ εξοχήν το εμπόριο[18], την εκμετάλλευση των συγκοινωνιακών μέσων[19], τήν εκτέλεση δημοσίων έργων κ.ά. Η κοινωνική δέ άνοδος της ελληνικής κυρίως αστικής τάξεως στή ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπήρξε πράγματι σημαντική, δοθέντος ότι Έλληνες αναδείχθηκαν συγκλητικοί, άλλοι κατέλαβαν καί τό υπατικο αξίωμα, πάμπολλοι ανώτεροι στρατιωτικοί καί αυτοκρατορικοί διοικητικοί υπάλληλοι[20]. Συνάμα Έλληνες των κατωτέρων τάξεων, ορεινών καί πεδινών περιοχών, αποτελούν την ανεξάντλητη πηγή επανδρώσεως τών ρωμαϊκών λεγεώνων[21], όπου διακρίνονται ή τουλάχιστον εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες ζωής. 

Επειδή την κοινωνική εξέλιξη καί τήν ανεμπόδιστη επίδοση στο εμπόριο καί σ’ άλλα προσοδοφόρα επαγγέλματα ευνοεί ό τίτλος του ρωμαίου πολίτου, πού παρέχει ειδικά προνόμια, οί Έλληνες φροντίζουν έγκαιρα γιά τήν απόκτησή του[22], τήν οποία καί προβάλλουν έντονα λαμβάνοντας ρωμαϊκά ονόματα. Ενδεικτικά καταχωρίζουμε ελάχιστα χαρακτηριστικά παραδείγματα: 
Από την Κώ οι άδελφοί Γάιος Στερτίνιος Ξενοφών (ιατρός καί γραμματεύς του αυτοκράτορος Κλαυδίου) και Τιβέριος Κλαύδιος Κλεώνυμος, χιλίαρχος του ρωμαϊ­κού στρατού. Από τή Μυτιλήνη Μάρκος Πομπήιος Μακρινός, ύπατος. Άπο τήν Έφεσο Τιβέριος ’Ιούλιος Κέλσος Πολεμιανός, ύπατος, ό γιός του Τιβέ­ριος ’Ιούλιος Άκύλας Πολεμιανός, ύπατος, ο οποίος ίδρυσε στή γενέτειρά του τήν περίφημη βιβλιοθήκη. Από τή Νικομήδεια ο γνωστός συγγραφεύς Φλάβιος Αρριανός, επαρχιακός διοικητής καί ύπατος. Απο τήν Πέργαμο ό επίσης ιστορικός συγγραφεύς Αυλός Κλαύδιος Χάραξ, διοικητής ρωμαϊκής λεγεώνος καί ύπατος. Από τή Λήμνο ό γνωστός συγγραφεύς Φλάβιος Φιλόστρατος, τού οποίου ό γιος λεγόταν Λούκιος Φλάβιος Καπιτωλεΐνος. Από τήν Κρήτη ο Λεύκιος Φλάβιος Σουλπικιανός (Δωρίων Πολύκνις), συγκλητικός. Από τή Σπάρτη ό Γάιος ’Ιούλιος Ευρυκλής Ηρκλανός, Ταμίας, δήμαρχος, στρατηγός καί συγκλητικός. Από τήν Αθήνα ο Μάρκος Ούλπιος Ευβιότης, ύπατος, καί οί γιοί του Μάρκος Ούλπιος Φλάβιος Τεισαμενός καί Μάρκος Ούλπιος Πουπήνιος Μάξιμος. Επίσης ο Ηρώδης Αττικός, τού οποίου το πλήρες όνομα είναι Τιβέριος Κλαύδιος Ηρώδης Αττικός Μαραθώνιος. Από τα Μέγαρα Κόμμοδος Κομμόδου. Άπό τήν Αμοργό Αυρήλιος Οκτάβιος, γιος του Αυρηλίου Ερμέα. Ό ανεψιός του Πλουτάρχου, ο στωϊκός φιλόσοφος καί δάσκαλος του Μάρκου Αυρηλίου, Σέξτος κ.ά. Κατά συνέπεια, όπως προσφυέστατα γράφει καί ο ’Ιωάννης Τουλουμάκος, «από την παρουσία των Ελλήνων στη Σύγκλητο, στη διοίκηση και στο στρατό τής αυτοκρατορίας θά περίμενε κανείς καί πολιτιστικές επιδράσεις—καί φυσικά πρώτα πρώτα στη γλώσσα. Οι 'Έλληνες αξιωματούχοι τής ρωμαϊκής αυτο­κρατορίας ήξεραν λίγο πολύ όλοι λατινικά, μερικοί μάλιστα τόσο καλά, ώστε να διαβάζουν άνετα και λατίνους κλασσικούς. Λατινικά ήξεραν εξ άλλου όλοι σχεδόν οι 'Έλληνες διανοούμενοι της ρω­μαϊκής εποχής, από τον Πολύβιο και τον Ποσειδώνιο (κατά την περίοδο της ελεύθερης πολιτείας) ως τον Πλούταρχο και Φιλόστρατο, κατά την αυτοκρατορική»[23].

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Δημιουργία αξιών των Ελλήνων της Ουγγαρίας τον 18ο-19ο αιώνα


Του Dr Gyorgy Antal Dioszegi

~ Φωτο: Ελληνικό μνήμα στο Dunafoldvar με το σύμβολο της κομπανίας.

Οι Έλληνες έμποροι του 18ου-19ου αιώνα δεν είχαν ως στόχο μόνο το κέρδος, βασικές αρχές αποτελούσαν η κοινότητα, η διατήρηση της θρησκείας και της εθνικής ταυτότητας μέσω της διδασκαλίας των ελληνικών, της ίδρυσης σχολείων και εκκλησιών. Οι Peter Toth και Tamas Glaser δηλώνουν ότι «ένας από τους πιό εξέχοντες Έλληνες της Ουγγαρίας, ο Γεώργιος Ζαβίρας, χαρακτήρισε την χώρα ως ''Μητέρα της ανοχής'' για τις εθνικότητες» (Prelude to a United Europe. Greek cultural presence in Hungary from the 10th to the 19th century. 28 March - 25 April 2008. Βουδαπέστη 2008 σελ. 12)

Διάφορες ελληνικές οικογένειες (οι Derra, Dumtsa, Janicsary, Manno, Nako, Sina, Papakosta, Papademos Charis / Szerviczky, Takiadzisz / Takatsy κ.α.) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ίδρυση των εθνικών θεσμών (π.χ Ουγγρική Ακαδημία Επιστημών, Εθνικό Θέατρο, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Ασφαλιστική Εταιρεία Ουγγαρίας -οι πατριωτικές ''βάσεις'' για τη διαφύλαξη του ουγγρικού πολιτισμού), στην ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, της ατμοπλοϊας, της δημόσιας παιδείας και υγείας (μ.ά. μαιευτήρια, νοσοκομεία, βρεφοκομεία, ορφανοτροφεία, το Ίδρυμα Τυφλών), καθώς και στην αστική ανάπτυξη των ουγγρικών πόλεων όπου ζούσαν.
Στην ουγγρική επανάσταση του 1848-49 αγωνίστηκαν 60 αξιωματικοί ελληνικής καταγωγής. Ο Pal Kiss (1809-1867), γόνος ελληνικής οικογένειας από το Bihardioszeg, ανήκε στους 30 στρατηγούς της χώρας. Οι απόγονοι των Ελλήνων εμπόρων πήραν μέρος με ανδρεία στις μάχες για την Ουγγαρία και αργότερα -ως αναγνωρισμένοι, φιλειρηνικοί πολίτες- συμμετείχαν ενεργά στην τοπική και την κρατική δημόσια ζωή.
Οι απόγονοι των κάποτε Ελλήνων της Ουγγαρίας έως τα μέσα του 20ου αιώνα διαφύλασσαν έντονα την καταγωγή τους, και επιπλέον μερικοί απ' αυτούς (για παράδειγμα οι Dadanyi) διατηρούν έως και σήμερα την ορθόδοξη πίστη τους χάρη στα ουγγρόγλωσσα λειτουργικά βιβλία. Ο Steriady Teodor (Θεόδωρος Στεργιάδης), πολίτης της Tata και μέλος της ορθόδοξης κοινότητας του Komaron, εξέδωσε το έργο του ''Ευαγγέλια και Επιστολαί Κυριακών και κυριοτέρων Εορτών της Ανατολικής του Χριστού Ορθοδόξου Εκκλησίας, και βίοι της Υπεραγίας Θεοτόκου και διαφόρων Αγίων. Εξεδώθη εις Ουγγρικήν γλώσσαν υπό Θεοδώρου Στεγιάδου, εμπόρου του Vac, εις τυπογραφείον του Antal Maramarosi Gottlieb, το έτος 1802''.

Οι Έλληνες ήταν παρόντες και στην ουγγρική πνευματική ζωή. Ο κυριότερος επιστήμονας απ' αυτούς ήταν ο Γεώργιος Ζαβίρας (1744-1804), και το έργο του ''Περί Αγίου Στέμματος των Ούγγρων'' είναι το μοναδικό που γράφτηκε από Έλληνα στο θέμα αυτό. Ο Gyorgy Papp (1772-1856), έμπορος του Kecskemet, ήταν εξαιρετικός Έλληνας γλωσσολόγος (Ανθολόγιο ελληνικών κειμένων, 1844 Πέστη). Ο Gyorgy Rozvany (1819-1902), ελληνικής καταγωγής ιστορικός και δικηγόρος στο Nagyszalonta, ήταν φίλος του κορυφαίου ποιητή Janos Arany και χορηγός της λογοτεχνικής Εταιρείας Kisfaludy. Διάφορα μέλη της οικογένειας Lyka -ενεργοί παράγοντες της ελληνικής κοινότητας και του δημοσίου βίου της Πέστης- ήταν συγγραφείς, όπως ο Emil Lyka (1859-1950, Sotialis Diagnosis, 1908 Βουδαπέστη, Περί Ελληνορθόδοξης εκκλησίας, 1929 Tata) και ο Dome Lyka (1853-1937, Τρεις μήνες στην Κεϋλάνη, 1909 Βουδαπέστη). Ο Janos Pompery (1819-1884) απόγονος ελληνικής οικογένειας από το Miskolc ήταν συγγραφέας, πολιτικός, αρθρογράφος, δικηγόρος και συντάκτης του ''Κώδικα Pompery'' που περιλαμβάνει ουγγρικά ιστορικά τραγούδια του 16ου αιώνα. Ο γιός του εμπόρου Gyorgy Argenti από το Vac, Dome Argenti (1809-1893), ήταν συγγραφέας ιατρικών βιβλίων (π.χ. ''Hasonszenvi gyogymod es gyogyszertan'', τομ. 1-2, 1864 Πέστη, περί ομοιοπαθητικής).

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα: Η οικογένεια Γέμτου από τη Νιζόπολη Πελαγονίας


Ο Πέτρος Γέμτος και η σύζυγός του
Ελένη Γέμτου-Παγώνη
Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο το 1881, η Λάρισα υπήρξε προορισμός εγκατάστασης πολλών Ελλήνων. Λόγω της θέσεώς στο κέντρο μιας εύφορης πεδιάδας και μετά την αποχώρηση μεγάλου αριθμού Οθωμανών, η προοπτική εύκολου κέρδους ήταν ευοίωνη. Οι Έλληνες που έφθαναν στην πόλη δεν προέρχονταν μόνο από την παλαιά Ελλάδα, αλλά και από πολλές τουρκοκρατούμενες περιοχές.
Στους τελευταίους ανήκαν και αρκετοί Μακεδόνες, ιδιαίτερα από την περιοχή του Μοναστηρίου, οι Μπιτωλιάνοι όπως τους ονόμαζαν, από την σερβική ονομασία Bitolj του Μοναστηρίου. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Πέτρος Αναστασίου Γέμτος, την πορεία του οποίου θα παρακολουθήσουμε στο σημερινό μας σημείωμα.

Ο Πέτρος Γέμτος γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1874 στη Νιζόπολη, μια βλαχόφωνη ελληνική κοινότητα η οποία βρίσκεται 8 χιλιόμετρα νότια του Μοναστηρίου, στις υπώρειες του όρους Περιστέρι και σήμερα ανήκει στο κράτος των Σκοπίων. Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα και κυρίως μετά τους διωγμούς του Αλή πασά, πολλοί κάτοικοι από τα βλαχοχώρια της Ηπείρου κατέφυγαν στο Μοναστήρι, και τις γύρω κοινότητες, όπως το Μεγάροβο, η Νιζόπολη και το Τύρνοβο. Η οικογένεια Γέμτου καταγόταν από την Αετομηλίτσα και μαζί με πολλές άλλες οικογένειες εγκαταστάθηκε την περίοδο αυτή στη Νιζόπολη. Όπως ανέφερε ο ίδιος ο Πέτρος Γέμτος, το αρχικό όνομα της οικογενείας ήταν Μαυρομάτη, καθώς θυμόταν ότι η γιαγιά του ονομαζόταν Ζωή Μαυρομάτη. Όσο για την ονομασία του επιθέτου Γέμτος, η οικογενειακή παράδοση αναφέρει ότι προέρχεται από την λέξη γιε μου (παιδί μου), η οποία υπέστη με τον καιρό κάποια φωνητική αλλοίωση, η οποία κατέληξε σε Γέμτος[1].
Με το που η οικογένεια Γέμτου εγκαταστάθηκε στη Νιζόπολη συνέχισε την παλαιά επαγγελματική της δραστηριότητα, την δημιουργία μεγάλων κτηνοτροφικών μονάδων. Τα χιλιάδες πρόβατά τους το καλοκαίρι ανέβαιναν στο διπλανό όρος Περιστέρι, ενώ κάθε χειμώνα κατηφόριζαν για «χειμαδιό» στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία. Προτιμούσαν την περιοχή της Χασάμπαλης, όπου εύρισκαν καλή τροφή και ήπιο κλίμα. Αυτή η ετήσια χειμωνιάτικη μετακίνηση των κοπαδιών στάθηκε αφορμή να γνωρίσει η οικογένεια Γέμτου την Λάρισα και να συνδεθεί στενά μαζί της.

Ο Πέτρος Γέμτος φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο της πατρίδας του και την σχολική περίοδο 1888-89 είχε τελειώσει την Γ΄ τάξη του Σχολαρχείου. Οι απόγονοί του σήμερα διατηρούν με ευλάβεια το αποδεικτικό με την βαθμολογία κάθε μαθήματος, το οποίο εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1903 από το Σχολείο της Νιζόπολης, επικυρωμένο από τον μητροπολίτη Πελαγονίας Αμβρόσιο που ήταν ο Επόπτης των Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων της ευρύτερης περιοχής του Μοναστηρίου. Από το 1889, σε ηλικία 15 ετών, άρχισε να ακολουθεί τακτικά τα κοπάδια του πατέρα του Αναστασίου Γέμτου στη Θεσσαλία. Όμως το φθινόπωρο του 1903 συνέβη μια πραγματική τραγωδία. Καθώς τα ποίμνια κατέβαιναν προς την περιοχή μας με επικεφαλής τον Πέτρο Γέμτο, οι Τούρκοι, παρακινημένοι από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες, σταμάτησαν την πορεία τους κοντά στην Κοζάνη και έσφαξαν τρεις χιλιάδες πρόβατα και όλους τους μπιστικούς[2].Ο Γέμτος είχε την πρόνοια να προηγηθεί χρονικά της πορείας και μ’ αυτή του την ενέργεια γλύτωσε από το μακελειό.
Το γεγονός αυτό τον υποχρέωσε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Λάρισα, με μόνα εφόδια πλέον το αποδεικτικό του Σχολαρχείου, την έμφυτη ευφυΐα του και την διάθεση για δουλειά. Παράλληλα ήλθε σε επαφή με τους Μακεδόνες της πόλεως και προσχώρησε στην «Φιλόπτωχο Μακεδονική Αδελφότητα», πρόεδρος της οποίας ήταν ο ιατρός Μιχαήλ Σάπκας, που η καταγωγή του ήταν από το Μεγάροβο, μια ελληνική κοινότητα γειτονική με την Νιζόπολη. Αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων με την οικογένεια Παγώνη από τον Τύρναβο[3].Η επιχειρησιακή του δραστηριότητα πήγε πολύ καλά και του απέφερε μεγάλα κέρδη. Τον Οκτώβριο του 1906, σε ηλικία 32 ετών, μνηστεύθηκε την Ελένη, κόρη του Ηλία Παγώνη. Ήταν γόνος αρχοντικής οικογένειας του Τυρνάβου, με μέλη της οποίας συνεργάσθηκε επαγγελματικά[4].Ο γάμος έγινε τον Ιούλιο του 1907[5] και η ευτυχία τους ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1910, όταν γεννήθηκε το μοναδικό παιδί τους που πήρε το όνομα του παππού του, Αναστάσιος (Τάσος) Γέμτος[6].

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

The verb of the Aromanian language, by Antonis Bousboukis


CONCLUSION
First extract (p. 177) of PhD in linguistics, titled’ The Verb of the Aromanian (language), by Antonis Bousboukis, Athens, 1982.

[…The Aromanian verb was strongly influenced by the Greek verb in many morphological elements, as seen in the second part. The most powerful effect, however, is observed at the semantic-syntactic level of the verb. This is an eloquent testimony that Aromanian/Vlach was profoundly ingrained by the Greek way of thinking. Thus, the semantic-syntactic functions of the all tenses remind (us) of the corresponding uses of the Greek verb. Simple Past (tense), for example, is so often used that it substitutes Present Perfect (tense) in many cases. This reminds (us) of its corresponding use in Greek language (p.75), while the Romanian language and the other Romance languages ​​use Present Perfect more frequently. Besides, the statement of a future act by Simple Present (p.62) instead of Simple Future is much rarer in Aromanian, as it is in Greek, unlike the other Romance languages.
The mood ​​of the Aromanian verb bears even stronger the stamp of Greek influence. The frequent use of the Subjunctive (mood), for example, which substituted the Infinitive (form of a verb), is result of the influence of the Greek verb (p.85). On the other hand, other Romance languages, as well as the Romanian (one), in part, preserve the use of the Infinitive. The statement of probability and possibility even with the Indicative (mood) instead of the usual Subjunctive (p.86-87) is also a result of Greek influence…]

CONCLUSION
Second extract (p. 183) of PhD in linguistics, titled’ ‘The Verb of the Aromanian (language)’, by Antonis Bousboukis, Athens, 1982.

[… Latin elements of the Aromanian concerning terms of agricultural and pastoral life (103), which do not appear in the Romanian, recommend a further indication of the formation of the Aromanian, parallel and-geographically-independent of the Romanian.
Katsanis (104) also finds matches of the Aromanian with the Tsakonian (Greek dialect), matches that ‘are phonetic, morphological and lexical. The first (phonetic) are the most frequent, while morphological and lexical ones are not that much’.
The same researcher assumes that ‘these language idioms must continue and preserve older linguistic elements, common once in the Greek world’.
All the above, along with the archaic lexical loans of the Aromanian, borrowed by the Greek (105), converge to the ascertainment that the Aromanian consists an independent branch of the Romance language in the Balkans…].