Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Τα Βλάχικα / Αρμάνικα - Μέρος II


Επιγραφή Νεκταρίου Τέρπου
Διαβάστε: 


3. Γλωσσικές σχέσεις ελληνικών και βλάχικων

Είναι φυσιολογικό να υπάρχουν γλωσσικές σχέσεις ανάμεσα στα ελληνικά και βλάχικα γιατί, αφενός μεν όλες οι γλώσσες του κόσμου έχουν σχέσεις μεταξύ τους και αλληλοεπιδράσεις και αφετέρου ο ίδιος γεωγραφικός χώρος εξέλιξής τους το επιτρέπει. Παραθέτουμε ακολούθως απόψεις μερικών ερευνητών και ειδικών επιστημόνων:

α. Για το θέμα αυτό γράψαμε την άποψη του γλωσσολόγου Αντώνη Μπουσμπούκη στο προηγούμενο υποκεφάλαιο ‘Απόψεις διαφόρων ειδικών’. Θεωρήσαμε ότι δεν είναι δεοντολογικό να ‘σπάσουμε’ το κείμενό του.

β. Ο καθηγητής γλωσσολογίας Νίκος Α. Κατσάνης στην Εισαγωγή (σελ. κβ΄) του βιβλίου 'Οι Νομάδες των Βαλκανίων' των A. Wace & M. Thompson, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1989, γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: 
«…Οι σχέσεις της ελληνικής με την κουτσοβλαχική είναι μακροχρόνιες και βαθιές. Η επίδραση της ελληνικής στην Κουτσοβλαχική είναι ισχυρότερη από κάθε άλλη βαλκανική γλώσσα σε επίπεδο φωνητικό και λεξιλογικό. Φωνήματα από την ελληνική, παραγωγικές καταλήξεις, προθήματα και πάμπολλες λέξεις έχουν διαποτίσει την ΚΒ σε υψηλό βαθμό ώστε πολλοί, κυρίως ερασιτέχνες, να θεωρήσουν την ΚΒ μη νεολατινική γλώσσα. Μια συστηματικότερη μελέτη είναι δυνατόν να αποδείξει ότι το νεολατινικό αυτό ιδίωμα επικάθεται σε ελληνόφωνους ομιλητές, οι οποίοι στη συνέχεια γίνονται δίγλωσσοι…».
Ο ίδιος καθηγητής στο βιβλίο του ‘Οι Βλάχοι’, ό.π. και στο κεφάλαιο ‘Γλωσσικές σχέσεις Ελληνικής και Κουτσοβλαχικής’ (σελ. 109-115) μας πληροφορεί ότι η επίδραση της ελληνικής στην ΚΒ είναι κυρίως λεξιλογική (25-30%) και λιγότερο φωνητική και μορφολογική. Στο επίπεδο της φωνητικής τα φαινόμενα της κώφωσης (lemnu -> limnusu «ξύλο ->ξυλάκι) και της αποκοπής (musatâ->msatâ «όμορφη») που υπάρχουν στα ελληνικά ιδιώματα, υπάρχουν και στην ΚΒ. Πρέπει να σημειωθούν τα ελληνικά φωνήματα /γ, δ, θ/ που υπάρχουν και στην ΚΒ. Όσον αφορά στο επίπεδο της μορφολογίας η υιοθέτηση ελληνικών προθημάτων συμβαίνει στην ΚΒ (cacu-zburescu «κακομιλώ»), όπως και υιοθέτηση ελληνικών καταλήξεων (cafe ->cafedzi «καφές ->καφέδες», Sarmaniotu «Σαμαρινιώτης»). 
Όσον αφορά στο λεξιλόγιο ο καθηγητής επισημαίνει ότι τα αρχαιοελληνικά δάνεια στις λατινογενείς γλώσσες της βαλκανικής (άρα και στην ΚΒ) αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και αντιπαράθεσης. Η πλευρά της Ρουμανίας, λέει ο καθηγητής, ότι μείωσε τη σημασία τους για ευνοϊκούς για αυτή (Ρουμανία) λόγους. Εκθέτει το πρόβλημα και τα ερωτήματα (τρία) που ανακύπτουν από αυτό. Νομίζουμε ότι καταλήγει στο ότι η ύπαρξη παλιών αρχαιοελληνικών γλωσσικών καταλοίπων στους Βλάχους δεν είναι δανεισμός από τη λατινική, αλλά κατευθείαν επιβίωσή τους. Για να στηρίξει αυτή την άποψή, φέρνει αρκετά παραδείγματα (mic, proaspitṷ, tšiumă, stupṷ, sterpu, sturṷ, broască cu osu, broaticu κ.α.), τα οποία βέβαια δεν θα τα αναλύσουμε για ευνόητους λόγους (δεν είμαστε γλωσσολόγοι και ο χώρος στο πόνημα μας είναι λιγοστός). Στη σελίδα μάλιστα 114 καταλήγει στο εξής: 
«…Από τα παραδείγματα που αναφέραμε πολλές λέξεις ή μάλλον όλες μπορούσαν να προέρχονται κατευθείαν από την ελληνική, ως μητρική γλώσσα των Βλάχων και όχι από την λατινική στην οποία πολλές λέξεις δεν εμφανίζονται ούτε σε γραπτά μνημεία ούτε σε επιγραφές…».
Τα ίδια περίπου πρεσβεύει και ο γλωσσολόγος Κ. Ντίνας (βλ. ‘Η Κουτσοβλαχική στο πλαίσιο των νεολατινικών γλωσσών’, 8ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών, Λιβάδι Ολύμπου, 26-27 Μαΐου 2006, 1η Πανελλήνια Σύναξη Βλάχικων Συλλόγων, Τιμή στον Βλαχόφωνο Ελληνισμό, Θεσσαλονίκη, 3-4 Φεβρουαρίου 2007).

γ. Ο βαλκανολόγος - ρωμανιστής Α. Λαζάρου στη διδακτορική του διατριβή «Η Αρωμουνική και αι μετά της Ελληνικής σχέσεις αυτής», Αθήνα α΄ έκδοση 1976 και β΄ έκδοση 1986, θέτει ‘ως στόχο την συστηματική ανάλυσιν της δομής της αρωμουνικής επί ιστορικού, δευτερευόντως δε και επί συγχρονικού, επιπέδου και την σύγκρισιν της Αρωμουνικής και της Ελληνικής εις τρεις περιοχάς της γλώσσης: την φωνητικήν - φωνολογίαν, την μορφολογίαν και το λεξιλόγιον’. Στο τρίτο κεφάλαιο, το οποίο είναι και το σημαντικότερο της διατριβής, συγκρίνει την Αρωμουνική προς την ελληνική στο φωνολογικό, μορφολογικό και λεξιλογικό επίπεδο με αξιόπιστα και επιστημονικής βάσης στοιχεία και διαπιστώνει σημαντικότατη σχέση. Ο γλωσσολόγος Α. Μπουσμπούκης, ο οποίος, μεταξύ άλλων πολλών σχολιαστών και βιβλιοκριτών, σχολιάζει το έργο του Α. Λαζάρου στον πρόλογο της β΄ έκδοσης της διατριβής, γράφει - μεταξύ άλλων - ότι αυτή η μελέτη διακρίνεται από ‘εμβρίθεια και γλωσσικοϊστορικό πλούτο’ και επαναλαμβάνει ένα σύντομο συμπέρασμα του συγγραφέα από τη σελ. 317, που έχει ως εξής: 
«…Όντως η ελληνική απετέλεσε την επίσημον γραπτήν γλώσσαν των λαών της Βαλκανικής επί αιώνας. Τα ελληνίζοντα στοιχεία της Τοτσκικής και της βουλγαρικής γίνονται ευχερέστερον νοητά, εάν ληφθή υπόψιν ότι αμφότερα έχουν διαμορφωθή κατά μέγα μέρος παρά την ‘Γραμμήν Jirecek’.
Όθεν αι επί του μορφολογικού και συντακτικού συστήματος επελθούσαι μεταβολαί (εννοεί της Αρωμουνικής) εισήχθησαν υπό διγλώσσων, ομιλούντων την Ελληνική ως πρώτην γλώσσαν, ήτοι δεν έλαβεν χώραν απλή εξωτερική επίδρασις…».

δ. Ο συγγραφέας Γιώργης Έξαρχος στο βιβλίο (σελ 146), που αναφέραμε προηγουμένως (Ελληνόβλαχοι), γράφει για το θέμα:
«…Στην αρμάνικη-βλάχικη γλώσσα διασώζονται λέξεις της ομηρικής και προομηρικής περιόδου, λέξεις που δεν τις συναντάμε στη λατινική και στη ρουμάνικη γλώσσα, γεγονός που μπορεί να εκληφθεί ως τεκμήριο ισχυρό ότι οι πρόγονοι των Αρμάνων-Βλάχων κατοικούσαν στη ελληνική χερσόνησο τουλάχιστον από το 8ο π. Χ. αιώνα, στα χρόνια του Ομήρου.
Στην αρμάνικη-βλάχικη διασώζονται λέξεις της γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων, λέξεις που κατέγραψε ως «μακεδονικές» ο Ησίοχος (5ος μ.Χ. αιώνας), γεγονός που μπορεί να εκληφθεί ως τεκμήριο ισχυρό ότι ένα τμήμα των Ελληνοβλάχων-Αρμάνων είναι απόγονοι των Μακεδόνων του Φιλίππου και του Μεγαλέξανδρου.
Στην αρμάνικη-βλάχικη διασώζονται λέξεις της τσακώνικης, ήτοι της πλησιέστερης από τις ελληνικές διαλέκτους προς τη γλώσσα των Δωριέων, γεγονός που μπορεί να εκληφθεί ως ισχυρό τεκμήριο ότι οι Ελληνόβλαχοι-Αρμάνοι είναι δωρικής φυλετικής προέλευσης- και, ως γνωστόν, οι Δωριείς είναι το πρώτο ελληνικό φύλο και από αυτούς κατάγονται οι μετέπειτα Έλληνες, όνομα που επεκτάθηκε και στα άλλα φύλα του αρχαίου κόσμου που κατοικούσαν την ελληνική χερσόνησο…». 

ε. Ο Κωνσταντίνος Νικολαϊδης στο λεξικό του με τίτλο ‘Ετυμολογικόν Λεξικό της Κουτσοβλάχικης Γλώσσης’ (1909, εν Αθήναις, τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου), ένα έργο πολύ πρωτοπόρο για την εποχή του, γράφει στον πρόλογο (σελ. κγ΄):
«…Και αυτοί οι αριθμοί μονονουχί φωνήν αφιέντες λέγουσιν, ότι μέγα υφίσταται χάσμα μεταξύ της Κουτσοβλαχικής και Ρουμανικής, ιδίως δε εις το λεξιλόγιον. Διότι εκ των αναγεγραμμένων εν τω παρόντι λεξικώ 6.657 κουτσοβλαχικών λέξεων, αι 2.605 κατάγονται εκ της λατινικής, 3.460 εκ της ελληνικής, 15 εκ της αλβανικής, 185 εκ της σλαβικής, αι δε λοιπαί είναι πεποιημέναι, τινές δε αγνώστου καταγωγής…». Χρησιμοποιεί μάλιστα και έναν κατάλογο λέξεων ‘εκ της αρχαίας Ελληνικής και της Βυζαντινής’, πάλι στον πρόλογο (σελ. ί).

ζ. Μία σημαντική και πολύτιμη εργασία είναι και το βιβλίο του Σαμαριναίου κ. Λεωνίδα Ζ. Τζημοζιώγα, «Ετυμολογικοί περίπατοι σε συνάρτηση με το Ελληνοβλαχικό ιδίωμα». Το βιβλίο εκδόθηκε στο τέλος του 2007 και είναι καρπός πολύχρονης και επίμοχθης έρευνας, γεγονός που φαίνεται στην λεπτομερή ετυμολογική ανάλυση 209 λημμάτων των βλάχικων από την αρχαία ελληνική και 48 από την αρχαία Πελασγική. Το βιβλίο προλογίζει ο ρωμανιστής - βαλκανολογος Δρ Αχ. Λαζάρου, ο οποίος παραθέτει εμπεριστατωμένα στοιχεία από ειδικούς (Ισίδωρος Σεβίλλης, Κικέρων, Ιωάννης Λυδός, Pierre Boyance, Lorenzo Braccesi, Luis Robert, A. Meillet, E. Gabba, Bruno Lavanini, E. Peruzzi, J Berard, G.B. Pellegrini, M. I Finley κ.ά.) για την υπεροχή της ελληνικής γλώσσας στην αρχαιότητα και όσον αφορά τα βλάχικα μας εκπλήσσει με την τελευταία πρόταση του προλόγου του: 
«…Όμως αναντίρρητα καταπλήσσει ο Ν.G.L Hammond, ο οποίος ολόκληρη την ζωή του αφιέρωσε στην έρευνα και σπουδή του Βορειοελλαδικού χώρου, ιδίως Ηπείρου και Μακεδονίας, διαχρονική και διεπιστημονική, κατά δε τα τέλη χαρακτήρισε τα Βλάχικα ως διάλεκτο της Ελληνικής!».

η. Ο συγγραφέας και ερασιτέχνης ερευνητής Δημήτρης Στεργίου στην Εισαγωγή (σελ.7-16) του βιβλίου του με τίτλο ‘Λεξικό - 4.500 Μυκηναϊκές, Ομηρικές, Βυζαντινές και νεοελληνικές ρίζεις στο βλάχικο λόγο’, εκδόσεις Δ.Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 2007 τολμάει περισσότερο και πιστεύει ότι τα βλάχικα (τα αποκαλεί ελληνοβλάχικα) είναι διάλεκτος της αρχαίας ελληνικής και ότι τα λατινικά, που υπάρχουν σε αυτά, απλά ‘επικάθησαν’ σε ελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα. Ένα βασικό επιχείρημα και διαπίστωση (μεταξύ άλλων) που προβάλει ο συγγραφέας είναι ότι οι χιλιάδες μυκηναϊκές, ομηρικές, βυζαντινές και νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν στο βιβλίο-λεξικό του δεν συναντιούνται στις άλλες ‘βλάχικες’ (εννοεί λατινόφωνες) γλώσσες της Βαλκανικής και αλλού. Δεν έχει κανείς παρά να μελετήσει το βιβλίο αυτό.

4. Πρώτες γραπτές μαρτυρίες 

Τα βλάχικα/αρωμουνικά/αρμάνικα/κουτσοβλαχικά ήταν ανέκαθεν προφορική γλώσσα επειδή ήταν πάντοτε στη σκιά της ελληνικής (προφορικής και γραπτής). Ωστόσο, όπως θα δούμε παρακάτω έγιναν προσπάθειες για δημιουργία γραπτού βλάχικου λόγου. Οι πρώτες μαρτυρίες του εμφανίζονται αργά (18ος αι. και μετά), παρατίθενται παρακάτω και εξηγούνται οι λόγοι ύπαρξής του από τους ειδικούς.
Θα ξεκινήσουμε από σωζόμενες επιγραφές σε εικόνες και αγγεία, οι οποίες ήταν γραμμένες στη βλάχικη γλώσσα με ελληνικούς χαρακτήρες:

α. Παλιότερη σωζόμενη μαρτυρία (αρχές 18ου αιώνα) είναι η επιγραφή του Νεκταρίου Τέρπου σε ξύλινη εικόνα του 1731 που ανακαλύφθηκε το 1950, η οποία προέρχεται από την εκκλησία της Παναγίας του χωριού Αρδενίτσα στην πεδιάδα της Μουζακιάς στην Αλβανία. Το βλάχικο κείμενο είναι με ελληνικούς χαρακτήρες ως εξής: Βίργιρε Μούμα-λ τουμνεζί ώρε τρέ νόι πεκετόσσλοιι = Παρθένε, μητέρα του Θεού, δεήσου και για εμάς τους αμαρτωλούς. Βέβαια επάνω στην εικόνα υπάρχει το ίδιο κείμενο σε αλβανικά (με ελληνικούς χαρακτήρες), καθώς και ελληνική επιγραφή (με ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες). 

[Ο ερευνητής Ν. Σιώκης σε σχετική ανακοίνωσή του (Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες διατήρησής της από Βλάχους αποδήμους - τέλη 18ου - τέλη 19ου αιώνα, Σιώκης Νικόλαος, περ. ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ, τ. 47 & 48, Θεσσαλονίκη 2002) γράφει:
«…Από τα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα προέρχεται το πρώτο γραπτό δείγμα βλάχικης γλώσσας, χωρίς ωστόσο να σώζεται και σήμερα η σχετική επιγραφική μαρτυρία. Στο ναό του Αγίου Ζαχαρία του κατεστραμμένου σήμερα βλάχικου οικισμού Άγιος Ζαχαρίας ή εκ παραφθοράς Ζαγάρι Γράμμου, η κατεστραμμένη κτητορική επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου του ναού ήταν γραμμένη στα βλάχικα με ελληνικούς χαρακτήρες και το κείμενό της είχε ως εξής: Κάρι βα σ’ ίντρα τρου αέστα μπισιάρικα σι βα σ’ ινκλίνα κου εβλάβιε Ντουμνιτζάου βα λι ατζιούτα = Όποιος θα μπει σ’ αυτόν το ναό και θα προσκυνήσει με ευλάβεια, ο Θεός θα τον βοηθήσει…». Η επιγραφή, όμως, σημειώνουμε ότι δεν σώζεται].

β. Στις αρχές του 18ου αιώνα επίσης γράφηκε και το Αρωμουνικό Λειτουργικό ή 'Liturgier Armanesc', που ανακαλύφθηκε το 1939 στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Τιράνων από τον Ilo Mitke-Qafezezi, ο οποίος μετέγραψε το βλάχικο κείμενο στο αλβανικό αλφάβητο. Το χειρόγραφο αυτό χάθηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το κείμενο είναι γραμμένο με ελληνικούς χαρακτήρες και καταλαμβάνει 24 σελίδες. Παρόλο που δεν έχουμε καμία πληροφορία για το συγγραφέα, τον τίτλο, τον τόπο και το χρόνο συγγραφής, η M. Caragiu-Marioțeanu, που μετέγραψε το κείμενο με λατινικούς χαρακτήρες, κατάληξε στο συμπέρασμα ότι γράφηκε περίπου στο β΄ μισό του 18ου αιώνα στη Μοσχόπολη από κάποιο μοναχό της Μονής Προδρόμου, αποκλείοντας ωστόσο τους γνωστούς λόγιους.

γ. Στα τέλη του 18ου αι. (1789) έχουμε την Επιγραφή σε μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου του χωριού Κλεινοβός Τρικάλων, που είναι χαραγμένη από το ζωγράφο Μιχαήλ Αναγνώστου από τη Σαμαρίνα. Είναι γραμμένη σε τρεις γλώσσες (λόγια ελληνική, απλή ελληνική της εποχής και βλάχικη). Το κείμενο στα βλάχικα με ελληνικούς χαρακτήρες είναι το εξής: ΊΝΤΡΑ ΜΠΑΣΙΑΡΕΚΑ, ΚΟΥ ΜΟΥΛΤΑ ΠΑΒΡΙΕ ΤΡΙΑΜΠΟΥΡΑ ΛΟΥΝΤΑΛΟΥΪ ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΜΝΙΚΑΤΟΥΡΑ. ΦΩΚΟΛΟΥ ΑΚΣΙ ΣΗ ΚΟΛΑΣΙΑ ΤΡΑ ΣΚΑΚΗ. Στα απλά ελληνικά γράφεται ως εξής: ΣΚΙΑΖΟΥ ΚΙ’ ΕΜΠΑΙΝΕ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ. ΤΡΕΜΕ Κ’ ΕΠΕΡΝΕ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ. ΚΟΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑΙΣ, ΑΝ ΘΕΛΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΓΗΣ.

δ. Σημαντικό είναι και το τετράστιχο Αγγείο Simota (Κύπελο Σιμώτα), που χρονολογείται στις αρχές του 19ου αιώνα (βρίσκεται σήμερα στη Ρουμανία). Πρόκειται για ένα μαστραπά κατασκευασμένο στη πόλη Πεσάρο της Ιταλίας κατά παραγγελία Καλαριτινών Βλάχων εμπόρων. Στη μια πλευρά υπάρχει το ελληνικό κείμενο ‘Καλαρρυτιώτες χαίρεζαι, Πίεται με υγύαν, Κρασή γλυκόν και κόκυνον, Π’ ευφρένη την καρδίαν’ και στην άλλη βλάχικο με ελληνικούς χαρακτήρες: Καιλερύτου αμέου, μπιά γύνου κα πι ατέου. Μούλτου σε νου μπιάε, σε νου τε βεμάη. Τρα σε νου τζη φάκε ρέου, τρα σε νου τε μπέτου έου. Ούναι ουάρε σε μπιάη, σι ακάσε τζη σε βάι. Ελεύθερη απόδοση: Καλαριτινέ μου, πιες κρασί σα νάτανε δικό σου, αλλά μην πιείς πολύ, αναγούλα μη σούρθει. Δε σε μεθώ δε θέλω το κακό σου. Πιες μια γουλιά, σύρε στο σπιτικό σου.

ε. Οφείλουμε να αναφέρουμε επίσης τον ‘Codex Dimonie’ (Κώδικας Δαιμονίου). Είναι ένα πολυσέλιδο βλάχικο χειρόγραφο με θρησκευτικό περιεχόμενο. Τον ανακάλυψε το 1889 στην Αχρίδα, ο γερμανός εθνολόγος G. Weigand. Μάλλον γράφτηκε το 1803. Χρησιμοποιείται το ελληνικό αλφάβητο.

στ. Ταυτόχρονα έχουμε και δείγματα των αρμάνικων/βλάχικων από λόγιους και λεξικογράφους. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα πρώτα γραπτά κείμενα τα συναντάμε στη Μοσχόπολη και στη περιοχή της Ηπείρου και είναι με ελληνικό αλφάβητο. 

Κύριοι εκπρόσωποι αυτής της πρώτης ομάδας είναι οι Θ. Α. Καβαλιώτης και Δανιήλ Μοσχοπολίτης, ‘πρόδρομοι της συγκριτικής γλωσσολογίας’ (κατά τον Ν. Κατσάνη). Σκοπός αυτών των λογίων, που ζουν στον ελληνόφωνο κόσμο και στους τόπους της μόνιμης κατοικίας των Βλάχων, είναι η παροχή βοήθειας για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας στους αλλόγλωσσους ομιλητές. Έχουμε λοιπόν:
- Την ‘Πρωτοπειρεία’, Βενετία 1770, του Θεόδωρου Αναστασίου Καβαλιώτη. Είναι ένα τρίγλωσσο λεξικογραφικό (ελληνική, βλάχικη, αλβανική) και χρησιμοποιείται ελληνικό αλφάβητο. Αποτελεί τη πρώτη αξιόλογη μαρτυρία της κουτσοβλαχικής σε γραπτό λόγο.
- Την ‘Εισαγωγική διδασκαλία’, Βενετία 1794, του Δανιήλ Μοσχοπολίτη. Περιέχει τετράγλωσσο λεξικό στην απλή νεοελληνική, τη βλάχικη, τη βουλγαρική, και την αλβανική και στην πραγματικότητα είναι ένα φρασεολόγιο. Χρησιμοποιείται ελληνικό αλφάβητο.

Στη δεύτερη ομάδα (τέλη 18ου - αρχές 19ου αι.) κουτσοβλαχικών κειμένων ανήκουν τα έργα των Κ. Ουκούτα (‘Νέα Παιδαγωγία’, Βιέννη 1797), Γ.Κ. Ρόζια (‘Εξετάσεις περί των Ρωμαίων ή των ονομαζόμενων Βλάχων’, Πέστη, 1808 & ‘Τέχνη της ρωμανικής αναγνώσεως’, Βούδα, 1809), Μ. Μπογιατζή (‘Γραμματική Ρωμανική, ήτοι Μακεδονοβλαχική’, Βιέννη 1813) κ.α. 
Αυτοί οι βλαχόφωνοι λόγιοι διαμένουν σε διάφορες πρωτεύουσες της Ανατολικής Ευρώπης (Βιέννη, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι κ.α.). Οι γλωσσολόγοι Ν. Κατσάνης και Κ. Ντίνας στο βιβλίο τους ‘Γραμματική της Κοινής κουτσοβλαχικής’, Θεσ/νίκη 1990, σελ.14-15 γράφουν επί λέξη τα εξής: 
«…Στόχος αυτής της ομάδας είναι η ενσωμάτωση της ΚΒ στη Δακορουμανική και για την επίτευξη του σκοπού τους συνθέτουν Γραμματικά έργα που αποβλέπουν στην εκμάθηση, καλλιέργεια και ενοποίηση των δυο ιδιωμάτων, της ΚΒ με την Δακορουμανική. Η αντίληψη αυτή είχε αρνητικές συνέπειες στο έργο τους όπως την απομάκρυνση τους από την ορθή περιγραφή της Γραμματικής δομής του ιδιώματος, την υιοθέτηση πολλών δακορουμανισμών, την εισαγωγή νεολογισμών και αυθαίρετων γραμματικών τύπων που αποπροσανατολίζουν τον αναγνώστη…». 

Η τρίτη ομάδα βλάχικων κειμένων (τέλη 19ου - αρχές 20ου) ανήκει σε βλαχόφωνους λόγιους, απόφοιτους των Ρουμανικών σχολείων που ασχολήθηκαν με την έντεχνη λογοτεχνία, ποίηση και πεζογραφία και καταγραφή λαϊκών βλάχικων κειμένων (Κ. Μπελιμάτσης, Γ. Μούρνου, Νούσης Τούλιου, Ν. Μπατζαρίας κ.α.). Και στην τρίτη ομάδα υπάρχουν οι δακορουμανισμοί, οι νεολογισμοί και οι αυθαίρετες κατασκευές.

Για το έργο του Μ. ΜπογιατζήΓραμματική Ρωμανική, ήτοι Μακεδονοβλαχική’, που αναφέραμε προηγουμένως οι Ν. Κατσάνης και Κ. Ντίνας στο ίδιο βιβλίο (‘Γραμματική της Κοινής Κουτσοβλαχικής’) γράφουν ότι η γραμματική αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη κατεξοχήν Γραμματική της ΚΒ συνθεμένη με τα κλασικά πρότυπα των Γραμματικών έργων της εποχής και διαφαίνεται η πρόθεση του συγγραφέα για την ενοποίηση της ΚΒ με τη Δακορουμανική (σελ 15). Μάλιστα στο τέλος της σελ. 15 και αρχές 16 γράφουν χαρακτηριστικά: «…Εάν θέλουμε να αξιολογήσουμε το έργο του Μπογιατζή σχετικά με το πόσο αντιπροσωπεύει την ΚΒ γλώσσα, μπορούμε να αναφέρουμε την σχετική κρίση του Th. Capidan, Aromânii, 1932, 79: Η γλώσσα του Μπογιατζή είναι διάστικτη από δακορουμανισμούς, νεολογισμούς και προσωπικές κατασκευές οι οποίες δύσκολα αναγνωρίζονται από τους γνώστες του ΚΒ ιδιώματος. Εξ αιτίας αυτής της ανάμειξης ξένων τύπων του διαλεκτικού λεξιλογίου και της τάσης του συγγραφέα να δώσει στη γλώσσα μια πιο λόγια μορφή, η φράση του εμφανίζεται πολύ ασαφής…».

Έγραψαν και άλλοι γραμματικές, λεξικά και έργα για την αρωμουνική (I.C. Massimu, D. Athanasescu, T. Cipariu, I. Caragiani, G. Silasi, T. Iliescu, S. Mihaileanu, I. Coteanu, M. Caragiu Marioțeanu, M. Niculescu, G Weigand, P. Papahagi, Meyer, J. Dalametra, G. Pascu, C. Geagea, T. Papahagi, Th. Capidan, Saramandu, Kramer, Dahmen, Neiescu, Turculet, Vrabie, Bara, Sobolev, Liaku-Anovska, Kokka, Ionescu-Ruxandoiu, Al. Philippide, S. Pușcariu, Al. Rosetti, O. Densusianu, F. Miklosich κ.ά.), όμως, όλες σχεδόν οι μελέτες της ΚΒ συσχετιζόταν και συνεξετάζοταν με τη δακορουμανική. Ευτυχώς σήμερα επεμβαίνει η ελληνική επιστήμη και εξετάζει την βλαχική με αυστηρά επιστημονικά έργα.

Κείμενα βλάχικα (ποίηση- πεζογραφία, συλλογές τραγουδιών) εμφανίζονται και στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτά ανήκουν σε βλαχόφωνους λόγιους των ρουμανικών σχολείων, με τα οποία η Ρουμανία επεδίωξε - ανεπιτυχώς βέβαια - να δημιουργήσει ρουμανική εθνική συνείδηση στους Βλάχους.

Τις τελευταίες δεκαετίες παρουσιάζεται μια έντονη εκδοτική κίνηση όχι τόσο στην Ελλάδα, όσο στις Βαλκανικές χώρες, όπου ζουν χιλιάδες Βλάχοι, όπως και στους Βλάχους της Διασποράς (Αμερική, Αυστραλία, Δυτική Ευρώπη). Αυτή συνίσταται όχι μόνο στην αναπαραγωγή ιστορικών ντοκουμέντων και στην καταγραφή της γλώσσας (γραμματικές, λεξικά), αλλά και σε πρωτότυπη δημιουργία (ποίηση, πεζογραφία). 
Φαίνεται καθαρά από τις κινήσεις στο εξωτερικό ότι γίνεται προσπάθεια δημιουργίας γραπτού αρμάνικου λόγου - όπως στην τρίτη ομάδα που αναφέραμε προηγουμένως - που ξεκινάει από τους ίδιους τους Βλάχους για προσωπικούς λόγους (συναισθηματικοί λόγοι για τη διατήρηση της γλώσσας ή ακόμα και λόγοι για εθνική αφύπνιση) και όχι όπως στο παρελθόν: για να βοηθηθούν οι βλαχόφωνοι να μάθουν την ελληνική γλώσσα (πρώτη ομάδα) ή να ενσωματώσουν τα βλάχικα στα δακορουμανικά (δεύτερη ομάδα).

Οφείλουμε να μην παραλείψουμε τα εξής έργα Ελλήνων συγγραφέων και επιστημόνων (20ου και 21ου αι.): 
‘Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης’, Νικολαϊδης, Κων/νος, 1909.
‘Η Αρωμουνική και αι μετά της ελληνικής σχέσεις αυτής’, διδακτορική διατριβή, Α. Λαζάρου, Αθήνα 1976, β’ έκδοση 1986.
‘Ελληνικές επιδράσεις στα Κουτσοβλάχικα’, διδακτορική διατριβή, Ν. Κατσάνης, 1977.
‘Γραμματική και λεξικό της κουτσοβλαχικής γλώσσας’, Κολτσίδας Αντώνιος, 1978 & 1993.
‘Το ρήμα της Αρωμουνικής’, διδακτορική διατριβή, Α. Μπουσμπούκης, Αθήνα 1982.
‘Το κουτσοβλαχικό ιδίωμα της Σαμαρίνας - Φωνολογική ανάλυση’, διδακτορική διατριβή, Κώστας Ντίνας, Θεσ/νίκη 1986.
‘Γραμματική της κοινής Κουτσοβλαχικής’, Ν. Κατσάνης, Κ. Ντίνας, Θεσ/νίκη 1990.
‘Λεξικό της Κουτσοβλαχικής του Λιβαδίου Ολύμπου. Λέξεις, ιστορία, παράδοση και λαϊκός πολιτισμός’, Κ. Προκόβας, Θεσ/νίκη 2006.
‘Ετυμολογικοί Περίπατοι σε συνάρτηση με το ελληνοβλαχικό ιδίωμα’, Λεωνίδας Ζ. Τζημοζιώγας, Αθήνα 2007.
‘4.500 μυκηναϊκές, ομηρικές, βυζαντινές και νεοελληνικές λέξεις στο βλάχικο λόγο’ Δημήτρης Στεργίου, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2007.
‘Λεξικό Αρωμανικής (βλάχικης) γλώσσας’, Κ. Λέντζιου - Τρίκου, Θεσ/νίκη, 2014.

Ο βαλκανολόγος - ρομανιστής Α. Λαζάρου στη διδακτορική του διατριβή, που αναφέραμε προηγουμένως, όπως και ο συγγραφέας - ερευνητής Γ. Έξαρχος στο βιβλίο του ‘Οι Ελληνόβλαχοι’ (σελ 146) υποστηρίζουν ότι τα λεξικά που κυκλοφόρησαν από τα τέλη του 18ου αι. περιέχουν μικρό ποσοστό του συνολικού γλωσσικού πλούτου των Αρμάνων/Βλάχων και οι γλωσσικές μελέτες που στηρίζονται σε αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε λάθος συμπεράσματα. Συγκεκριμένα ο Α. Λαζάρου στην αρχή του κεφαλαίου ‘Λεξιλόγιον’ (σ. 321) γράφει:
«…Η αποθησαύρισις των λέξεων της Αρωμουνικής, μολονότι από του ιη΄ αιώνος συνετάχθησαν και εκυκλοφόρησαν γλωσσάρια και λεξικά, δεν επετεύχθη εις ικανοποιητικόν βαθμόν, διότι η συλλογή του υλικού δεν εγένετο απ’ευθείας από του στόματος των ομιλούντων την Αρωμουνικήν. Η αποδελτίωσις των αρωμουνικών κειμένων, των οποίων τα πλείστα είδον το φως της δημοσιότητος προς εξυπηρέτησιν σκοπών ξένων προς την επιστημονικήν αλήθειαν, δεν αποδίδει την πραγματικήν λεξιλογικήν κατάστασιν…».
Προφανώς ο συγγραφέας αναφέρεται στην εποχή πριν από την διατριβή του (1986). Από ότι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, αργότερα έχουμε λεξικά των οποίων η σύνταξη του υλικού έγινε κατευθείαν από το στόμα των ομιλούντων (Προκόβας 2007, Λέντζιου 2014).

5. Καταγραφή - διδασκαλία

Η επιστημονική μελέτη και καταγραφή βλάχικων/αρμάνικων από τους γνήσιους τελευταίους ομιλητές καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ στη σύγχρονη εποχή. Αυτό πιστεύει και η ΠΟΠΣΒ (γράφτηκε προηγουμένως στο Δελτίο Τύπου που παραθέσαμε). Η πλειονότητα των επιστημόνων και μελετητών είναι υπέρ αυτής της άποψης με κάποιες βέβαια διευκρινίσεις και ασφαλιστικές δικλείδες. Για παράδειγμα:
Ο ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών Σταμάτης Μπέης στον πρόλογο του βιβλίου της Κ. Λέντζιου -Τρίκου με τίτλο ‘Λεξικό Αρωμανικής γλώσσας’ (σελ 14) γράφει ότι είναι πιο ασφαλέστερο επιστημονικά να μελετήσει κανείς ένα συγκεκριμένο βλάχικο ιδίωμα και όχι μια ενιαία βλάχικη γλώσσα. Πρέπει να καταγραφεί η βλάχικη γλώσσα σε όσο το δυνατόν περισσότερα βλαχόφωνα χωριά όχι μόνο να φανούν οι διαφορές, αλλά να γίνει τελικά η περιγραφή της γλώσσας με περισσότερο επιστημονικό τρόπο.
Στην ιστοσελίδα του ο συγγραφέας Α. Κουκούδης σε άρθρο του με τίτλο ‘Προτάσεις Πολιτικής’ γράφει προς το τέλος : 
«…Όσον αφορά το βαθιά πολιτικό θέμα της γλωσσικής διάσωσης και διατήρησης, ίσως αν υπάρξει μια κάποια διασφάλιση, πως η όποια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση δε θα χρησιμοποιηθεί ως ένας μοχλός για την ανατροπή της αίσθησης που έχουν για την ταυτότητά τους και της ισορροπίας που διαμόρφωσαν με την κοινωνία μέσα στην οποία ζουν, ίσως μόνον τότε θα επιχειρούσαν οι ίδιοι κάτι…».
Τώρα, σχετικά με το φλέγον ζήτημα της διδασκαλίας των βλάχικων: 
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι πρέπει υπάρξει η βούληση από τους ίδιους τους Βλάχους και τα θεσμοθετημένα όργανά τους (ΠΟΠΣΒ) για τη διδασκαλία των βλάχικων στον ελληνικό χώρο. Ο διαλεκτολόγος Σταμάτης Μπέης (ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών) σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα vlach.gr το 2008 (η ιστοσελίδα δεν υπάρχει πλέον) ήταν σαφής: «...το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης για τη διατήρηση της γλώσσας από την πλευρά των ομιλητών της στον ελληνικό χώρο….». Ο ίδιος, αργότερα, διαπιστώνοντας ότι η Πανελλήνια Ένωση Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων (τώρα ΠΟΠΣΒ) είναι απρόθυμη για διδασκαλία της γλώσσας, προτείνει η κεντρική εξουσία (εννοεί της Ελλάδας) να αναλάβει τέτοιες πρωτοβουλίες. 
Ο γνωστός γλωσσολόγος Αντώνης Μπουσμπούκης στο ημερολόγιο 2017 του Πολιτιστικού Ομίλου Ξηρολιβάδου (κείμενα δικά του) γράφει: 
«…Η βλάχικη γλώσσα μιλήθηκε και μιλιέται μέσα σε αλβανόφωνο, σλαβόφωνο κι ελληνόφωνο περιβάλλον. Άντεξε για αιώνες, διατηρώντας τη μνήμη της ελληνορωμαϊκής απαρχής της. Σήμερα, απομονωμένη από τον κάποτε λεξικό της πλούτο συρρικνώθηκε και μιλιέται στα ολιγάνθρωπα ορεινά χωριά μόνιμης εγκατάστασης και στα δυο κεφαλοχώρια, το Μέτσοβο και το Βλαχολίβαδο Ολύμπου. Αλλά και εκεί ατονεί καθημερινά. Στην περίπτωση αυτή τα βλάχικα είναι ζωντανά κι ενεργά μέσα στο φυσικό τους περιβάλλον. Στις πόλεις τα βλάχικα επιβιώνουν στη γλώσσα ηλικιωμένων ατόμων και λίγων νέων, των οποίων οι γονείς είναι βλαχόφωνοι και τα μιλούν σε καθημερινή βάση.
Η πορεία τους είναι φθίνουσα και η αντίσταση στη εξαφάνισή τους είναι αξιέπαινη, αλλά -δυστυχώς- όχι αισιόδοξης προοπτικής. 
Η διδασκαλία της μέσω «φροντιστηρίων» είναι μια φιλότιμη προσπάθεια, στερείται όμως από το ζωτικό στοιχείο, που είναι το βιωματικό που ζυμώνεται με τη ζωντανή καθημερινή επικοινωνία. Η γλώσσα δεν είναι μόνο ένας κώδικας συνεννόησης αλλά είναι και φορέας συναισθημάτων/βιωμάτων, που τη συνδέει με την ψυχή και όχι μόνο με την αφυδατωμένη απομνημόνευσή της. Και θα παραμείνει ζωντανή με ψυχικό φορτίο μέχρι που θα την ομιλεί η τελευταία βλαχόφωνη οικογένεια…».
Από ό,τι μας πληροφορούν οι ειδικοί, η διδασκαλία μιας ενιαίας βλάχικης γλώσσας εκτός οικογένειας, πρακτικά τώρα δεν μπορεί να γίνει, γιατί στην ουσία υφίσταται ένα μόρφωμα ανομοιογενές, ανά γεωγραφική περιοχή, δεν έχει κανόνες, και δεν έχει δασκάλους. Δεν υπάρχει μια κωδικοποιημένη γλώσσα και βέβαια σιγά σιγά χάνεται ο παραδοσιακός τρόπος μεταφοράς των βλάχικων γιατί αρχίζουν να εκλείπουν οι γνήσιοι εκφραστές τους και η παλιά κοινωνική και παραδοσιακή δομή. 
Ένα εμπόδιο που υπάρχει είναι ότι η διδασκαλία των βλάχικων μπορεί να αποτελέσει απόδειξη ιδιαίτερου γλωσσικού προσανατολισμού των Βλάχων και μη ταύτισής τους με την ελληνική εθνική ιδέα και ότι ακόμα μπορεί να ανοίξει τους ‘ασκούς του Αιόλου’ (να διδαχτούν και τα αρβανίτικα, το σλαβογενές ιδίωμα κλπ).
Επίσης ένα άλλο εμπόδιο είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει χρηστικότητα των βλάχικων στη σύγχρονη ζωή. Οι νέοι επιθυμούν άλλες ξένες γλώσσες που θα τους εφοδιάσουν στην μελλοντική τους επαγγελματική καριέρα. Άλλωστε, οι γλωσσολόγοι Κ. Ντίνας και ο Ν. Κατσάνης έχουν επισημάνει ότι τα βλάχικα δεν έχουν χρηστικότητα, όπως είπαμε προηγουμένως.
Πάντως για την ώρα, αυτό που πρέπει να γίνει πρακτικά, είναι αυτοί που γνωρίζουν τα βλάχικα να τα μαθαίνουν στα παιδιά τους με τον παραδοσιακό τρόπο. Οι δε σύλλογοι να καταγράφουν και τους τελευταίους αυθεντικούς ομιλητές του τόπου τους με τραγούδια, ιστορίες κλπ. Οφείλουμε, βέβαια, να επισημάνουμε ότι η προσπάθεια διδασκαλίας των βλάχικων στο επίπεδο ενός πολιτιστικού συλλόγου δεν απαγορεύτηκε από την Πολιτεία, ούτε από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων. 
Υπάρχει, επίσης, και το εξής θέμα όσον αφορά στη δημιουργία ενιαίας βλάχικης: Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οφείλουμε να προστατεύουμε την ποικιλία, την διαφορετικότητα, την ετερότητα κλπ. Τί έχουν να πουν, όμως, όταν δημιουργηθεί μια κωδικοποιημένη γλώσσα; Κάποια ιδιώματα θα εξαφανιστούν. Για ποιόν λόγο θα πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο εις βάρος του γλωσσικού πλούτου, της διαφορετικότητας και ποικιλομορφίας, που με τόσο θόρυβο αυτοί επικαλούνται; Έτσι, η διδασκαλία θα σήμαινε και την εξαφάνιση των παραλλαγών και των ιδιωμάτων. Αυτό δεν θα συμβεί μόνο στα βλάχικα αλλά και στα ‘ντόπικα’ (σλαβογενές ιδίωμα), στα αρβανίτικα, στη γλώσσα των ρομά, στην λαντίνο (τα ισπανοεβραίικα) κλπ.
Υφίσταται, επίσης, η σκέψη πως για μερικούς το ενδιαφέρον τους για τα βλάχικα και τη διδασκαλία τους είναι προσχηματικό και στην ουσία αποβλέπει στη συγκάλυψη των πραγματικών σκοπών τους. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει της προσοχής ότι έξω από την Ελλάδα πρώτα κατασκευάστηκε μια αρμάνικη γλώσσα (βλ. ‘On the standardization of the Aromanian system of writing’ by Tiberius Cunia, in the Bituli-Macedonia Symposium of August 1997), μετά έγιναν προσπάθειες για γραπτή λογοτεχνία της και κατόπιν έγινε και γίνεται προσπάθεια από Συμβούλιο, το γνωστό ‘Συμβούλιο των Αρμάνων’, να αναγνωριστούν μειονότητες Βλάχων και περιφερειακός λαός Βλάχων στις χώρες που αυτοί υπάρχουν (βλ. ‘Αντάμωμα Αρμάνων στη Μοσχόπολη το 2010’).
Οι φόβοι αυτοί δεν είναι ‘αγκυλώσεις’ στο παρελθόν, ένα επιχείρημα που συχνά χρησιμοποιείται. H ιστορία επαναλαμβάνεται και είναι γνωστό ότι δεν ζούμε σε έναν ‘αγγελικά πλασμένο’ κόσμο. 
Πολλά, βέβαια, μπορούν να ειπωθούν υπέρ των διαφορετικών απόψεων, πρέπει, ωστόσο, να επαναληφθεί και να τονιστεί ότι οι ίδιοι οι Βλάχοι Έλληνες θα αποφασίσουν μόνοι τους θεσμικά και δημοκρατικά για το τι θα πράξουν στο μέλλον για αυτό το θέμα.

Του Γιάννη Τσιαμήτρου, λαϊκού ερευνητή, συγγραφέα, χοροδιδασκάλου, καθηγητή Αγγλικών και απόφοιτου του ΑΠΘ, Φιλοσοφικής σχολής τμήμα Ξένων Γλωσσών.
Σημ: Η σχετική βιβλιογραφία βρίσκεται μέσα στο κείμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.