Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Επιτύμβια επιγράμματα του Α’ κοιμητηρίου της ελληνικής κοινότητος Αλεξάνδρειας


Α' Κοιμητήριο της Ελληνικής
Κοινότητος Αλεξάνδρειας
Ο Μωχάμεντ Άλι ''είχε παραχωρήσει εις τους ορθόδοξους Έλληνας μικρόν νεκροταφείον, το οποίον μέχρι του 1853 ελειτούργη ελλιπώς, και ευρίσκετο εντελώς παρημελημένον. Το 1853 παρελήφθη υπό της Κοινότητος, ήτις το επεξέτεινε διά προσθήκης γής 12.200 πήχεων''.

Ορισμένα επιτύμβια επιγράμματα του Α’ κοιμητηρίου της ελληνικής κοινότητος Αλεξάνδρειας:

1. Άριστε Μιχαήλε Ομηρόλη, το σώμα σου είναι φυλακισμένο σ’ ένα ζοφερό τάφο. Η ψυχή σου πέταξε στον ουρανό, το όνομα σου όμως ζει σ’ όλόκληρη την ξακουσμένη χώρα που την αρδεύει ο Νείλος. Εκεί απέκτησες πλούτο ασκώντας με σύνεση το εμπόριο. Η πατρίδα σου, το Ανδρονίκιο, ο δήμος της Καππαδοκίας με τα ωραία οικοδομήματα, δε θα σε ξεχάσει ποτέ. 

2. Αυτός ο τάφος εκάλυψε τον Αβράμιο τον πολύκλαυστο. Όχι τον άρχοντα της σοφίας και το καύχημα της Χάλκης. Αλλά τον ανιψιό του, τον καλό, που ήταν όμοιος μ’ εκείνον στα προσόντα, πάνω στον ανθό της νιότης, στην ηλικία των είκοσι έξι ετών. 

3. Εδώ η γή δέχθηκε νεκρό το τρυφερό βλαστάρι της ξακουσμένης γης των Καππαδόκων, τον Αναστάσιο, το γλυκό αγόρι του Μιχαήλ Ομηρόλη, που πάνω στον ανθό της νιότης του χάθηκε ξαφνικά από φριχτή αρρώστια, αφήνοντας αιώνιο πένθος στους αγαπημένους του γονείς, που με σπαραξικάρδιο οδύνη ήγειραν τούτο το μνημείο για το παιδί που χάθηκε. 

4. -Γυναίκα του Αυγερινού, γιατί είσαι εδώ βυθισμένη; Εσύ δεν ήσουν η αγαπημένη του Σπυρίδωνα στη ζωή; Ποιό είναι το όνομα σου και ποιά η πατρίδα σου; 
-Είμαι θλιβερό θύμα του χάρου που εξαφανίζει τα πάντα. Ακούω η δύστυχη στο όνομα Αναστασία. Είμαι η αγαπημένη κόρη του Ευσταθίου του Γκιούλκα. Οι ρίζες μου από την Ιωνία. Πατρίδα μου η Ζάκυνθος. Είμαι τριάντα εννέα περίπου ετών. Έζησα με τον άνδρα μου δέκα οκτώ χρόνια. Εκτός από ένα άφησα επτά κορίτσια.
Αλλ’ ώ ύψιστε Άρχοντα, βασιλιά των βασιλιάδων, κατάταξε τη δούλη σου στη γη των Μακάρων. 
Εν έτει 1839 Ιουνίου 27 

5. -Εσύ, η ωραία λαξευμένη ταφόπετρα, ποιόν πάλι κρύβεις; 
-Ξένε, ο πατέρας της, ο Μαλαχίας, της έδωσε το όνομα Φωτεινή. Κι όταν αυτή είδε τη δέκατη έβδομη άνοιξη της ζωής της την πάνδρεψε με τον Κανδιόγλου. Αλλά ο Άδης ο αδάμαστος εφθόνησε τη σωφροσύνη της και την άρπαξε στα εικοσιδύο της χρόνια. 

6. Τον Κωνσταντίνο Αβέρωφ του Νικολάου μακριά από την πατρίδα του τον δέχτηκε νεκρό (ξένη) γη. Χωρίς ακόμα να έχει συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ζωής του. Ήταν χαρά για τους γονείς του και στολίδι για το Μέτσοβο. Όμως ο Άδης δε λυπήθηκε τη νιότη του. Όλα αποδείχθηκαν μάταια∙ και η αγαπητή Θέμις και οι ελπίδες οι γοργοφτέρουδες. Γι αυτό νεκρό τον κλαίνε χύνοντας μαύρα δάκρυα η πατρίδα του και οι γονείς του. 

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Η καταγωγή των Αδελφών Μιλαντίνωφ (Братя Миладинови)


Αδελφοί Μιλαντίνωφ (Братя Миладинови)
Στη Στρούγα δίδαξε στο ελληνικό σχολείο της το 1838 ο σπουδαίος τότε δάσκαλος Δημήτριος Μιλαδινίδης, ο πολύς έπειτα αρνησίπατρις Μιλαδίνωφ. Ό πάππος του, όπως πληροφορήθηκα από ηλικιωμένους κατοίκους της Στρούγας *, ήταν Ηπειρώτης την καταγωγή. Εξασκούσε το επάγγελμα του αγγειοπλάστη. Φαίνεται ότι θα κατέφυγε στα μέρη εκείνα από τα πρώτα χρόνια του Αλή πασά μαζί με άλλους δικούς μας Κουτσοβλάχους. Ο υιός τούτου λεγόταν Χρήστος, πατέρας των δύο περίφημων αδελφών Δημήτρη και Κωνσταντίνου Μιλαδινίδου-Μιλαδίνωφ κατόπιν. Κι αυτός εγκατεστημένος στη Στρούγα εξασκούσε κληρονομικά το επάγγελμα του πατέρα του, δηλ. του αγγειοπλάστη. Νυμφεύθηκε γυναίκα γηγενή από σλαβόφωνη οικογένεια του Μάτη, ύστερα και σήμερα Μάτεφ. 

Ο πατέρας λοιπόν των αδελφών αυτών Μιλαδινίδη-Μιλαντίνωφ Χρήστος, έχοντας ασφαλώς συγγενείς στα Γιάννενα και θείο στο Βεράτι Αλ­βανίας, έστειλε με δαπάνη του θείου το μεγαλύτερο γυιό του Δημήτριο, ύστερα από φοίτηση στο σχολείο του Όσιου Ναούμ, να σπουδάση στη Ζωσιμαία Σχολή Ίωαννίνων. Άπό τη Σχολή βγήκε ο Δημήτριος με άριστες επιδόσεις στα ελληνικά και στα αρχαία συγγράμματα. Τον αδελφό του Κωνσταντίνο σπούδασε επίσης ο ίδιος Δημήτριος στη Ζωσιμαία Σχολή και στο Πανεπιστήμιο ’Αθηνών, όπου σπούδασε φιλολογία. Αυτός αναδείχθηκε ποιητής και τα ποιήματά του γράφηκαν στην ελληνική. Καταγωγή λοιπόν των αδελφών αυτών ήτο από πατέρα Ηπειρώτη και μητέρα σλαβόφωνη της οικογένειας Μάτη. Η τελευταία αυτή οικογένεια υφίσταται και σήμερα στη Στρούγα με την επωνυμία Μάτεφ. (Πιθανώς κι αυτή η οικογένεια να εκσλαβίσθηκε στη γλώσσα, γιατί με επωνυμία τέ­τοιες οικογένειες ελληνικές υπήρχαν στην περιφέρεια Στρούγας-Άχρίδος). 
Δεν εξακριβώθηκε για τον πάππο των Μιλαντίνωφ αν η γυναίκα του ήταν ελληνόφωνη ή βλαχόφωνη και το όνομά του. (Ένας εκ των παρισταμένων συμ­πατριώτης με τον πληροφοριοδότη μου εξέφρασε την εκδοχή ότι ο πάππος των Μιλαντίνωφ θα λεγόταν Μελάς Ντίνος. Κύριο όνομα συνηθέστατο σλαβικό επικρατεί το «Μίλαν» (’Αγάπιος ελληνικό). Το Μελάς Ντίνος θα μεταβλήθηκε σε «Μιλαντίνωφ»). 

Κατά τη βιογραφία του Δημητρίου Μιλαντίνωφ, ύστερα από διδασκα­λία στο ελληνικό σχολείο στην πατρίδα του Στρούγα, δίδαξε στο ελλη­νικό σχολείο της Αχρίδος. Εκεί τό 1845 τον επισκέφθηκαν οι δύο Ρώσοι μοναχοί (;), προπαγανδιστές της πανσλαβιστικής ιδέας Βίκτωρ Γρήγο­ροβιτς και Θεόδωρος Ουσπένσκη. Αυτοί πιθανώς, ή μάλλον κατά τη γνώμη μου, ως συμπεραίνω από τα όσα περιγράφω για το γεγονός του πα­τέρα μου το 1888 (το εκθέτω στο κεφ. «Λίγα ιστορικά του χωριού») και από το ό,τι προήλθαν από τη μονή Ζωγράφου 'Αγ. ’Όρους, όπου παρέμειναν για ελάχιστο χρόνο για να καλύψουν την πραγματική ιδιότητά τους, ήσαν Ρώ­σοι αξιωματικοί ειδικά εκπαιδευμένοι στην πανσλαβιστική προπαγάνδα. Ο μεν πρώτος Β. Γρηγόροβιτς ήτο ανώτερος στο βαθμό και ο δεύτερος απλώς ακόλουθός του, γιατί στο σλαβικό βιβλίο για τον Δ. Μιλαντίνωφ μόνο για τον Γρηγόροβιτς υπάρχει εκτενής περιγραφή για τη δράση, ενώ ο Ουσπένσκη δεν αναφέρεται ή μόνο ότι ήτο συνοδός του.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Νίκος Παπατάκης: Οι ταινίες μου και όλη η ζωή μου είναι πάθος


Νίκος Παπατάκης (Αντίς Αμπέμπα, 5 Ιουλίου 1918 - Παρίσι, 17 Δεκεμβρίου 2010)

Τιμήθηκε ως ο σημαντικότερος Έλληνας σκηνοθέτης της Διασποράς και με την ευκαιρία αυτή μίλησε για τον περιπετειώδη και φορτισμένο βίο του σε πολλές γειτονιές του κόσμου αλλά και για την επόμενη ταινία που ονειρεύεται να γυρίσει στην Ελλάδα.

" Οι ταινίες μου και όλη η ζωή μου 
είναι πάθος "

Ο πατέρας του ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας. Στο χωριό του, το Περιβόλι, έγιναν όλα τα εξωτερικά γυρίσματα της ταινίας του «Η φωτογραφία» (1986). Η μητέρα του ήταν από την Αιθιοπία και το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αιτία να υποφέρει όταν γεννήθηκε το 1918 στην Αντίς Αμπέμπα, μοναδικός μιγάς ανάμεσα σε μετανάστες Έλληνες. Ο Νίκος Παπατάκης μεγάλωσε στη Βηρυτό και στη συνέχεια έφυγε για το Παρίσι. Στο Cafe de Flore στο Saint Germain des Pres γνωρίζεται με τον Ζαν Ζενέ και θαυμάζει την επαναστατική συμπεριφορά του. Με την πρώτη του σύζυγο, την ηθοποιό Ανούκ Εμέ, διευθύνει το περίφημο καμπαρέ «La Rose Rouge» (1945-54) από όπου περνά όλη η γαλλική διανόηση της εποχής. Αυτεξορίζεται στην Αμερική (1957), συνεργάζεται με τον Τζον Κασσαβέτη, επιστρέφει στη Γαλλία και ταξιδεύει στην Ελλάδα. Η ομορφιά τον συγκινεί. Η ηθοποιός Ολγα Καρλάτου υπήρξε η δεύτερη σύζυγός του. Υποστηρίζει ότι οι σχέσεις του με τη σκηνοθεσία δεν είναι αγχώδεις και αρκείται στις πέντε ταινίες που έχει ήδη κάνει ενώ ονειρεύεται την επόμενη ταινία του στην Ελλάδα με θέμα τις Σουλιώτισσες.

Ο σκηνοθέτης Νίκος Παπατάκης βρέθηκε στην Αθήνα καλεσμένος, ως ο σημαντικότερος Έλληνας σκηνοθέτης της Διασποράς, από την Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ) και τιμήθηκε σε ειδική τελετή για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο. Κάποιες από τις ταινίες του προβλήθηκαν σε ειδικό αφιέρωμα που έγινε σε συνεργασία με το Film Center και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Λίγες ώρες προτού επιστρέψει στο Παρίσι ο Νίκος Παπατάκης μοιράστηκε κάποιες σκέψεις του και στιγμές από τη γεμάτη πάθη ζωή του με «Το Βήμα».

Αυτές τις ημέρες χαρακτηριστήκατε ο σημαντικότερος Έλληνας σκηνοθέτης της Διασποράς. Εσείς πόσο Έλληνας νιώθετε;

«Νιώθω αρκετά Έλληνας για να κάνω τις ταινίες που κάνω. Η πρώτη ταινία μου έγινε στη Γαλλία και μετά αισθάνθηκα απολύτως την ανάγκη να έρθω να κάνω μια ταινία εδώ. Κάτι με έσπρωχνε, δεν ξέρω τι. Ισως ο πατέρας μου ή τα παιδικά μου χρόνια. Η τρίτη ταινία ήταν γαλλική, η τέταρτη ελληνική, η πέμπτη γαλλική και η έκτη ελπίζω να είναι ελληνική».

Άνω Μπεάλα (Μπελίτσα) - Ταξιδεύοντας μέσα στο χρόνο


Η Άνω Μπεάλα (Gorna Belica) σήμερα

Έως το 1870 πάνω-κάτω ουδεμία διάκριση, από απόψεως εθνικής και θρησκευτικής, υπήρξε μεταξύ όλων των κατοίκων της περιφέρειας Αχρί­δος. Όλοι είχαν ελληνικές εκκλησίες και ελληνικά σχολεία, όπου μπο­ρούσαν. Από της εμφανίσεως όμως του βουλγαρισμού, που έγινε με αναγνώριση από την τουρκική κυβέρνηση ξεχωριστών Βουλγάρων επισκόπων, άρχισε η διαμάχη για την επικράτηση των Βουλγάρων στη Μακεδονία με εξόντωση του ελληνικού στοιχείου.
Το 1888, όπως αναφέρει ο ακούραστος εθνικός μαχητής, πολιτευτής Φλωρίνης και Μοναστηριώτης την καταγωγή Γ. X. Μόδης στο βιβλίο του ο «Μακεδονικός ’Αγών και η νεώτερη Ιστορία» (σελ. 130), ο καθη­γητής Σ. Πηχεών από την Αχρίδα οργάνωσε επαναστατικό κίνημα στο οποίο μυήθηκαν πολλοί έμποροι κι άλλοι από διάφορα μέρη της Μακε­δονίας, μεταξύ των οποίων ήσαν και μερικοί από την Μπεάλα και ο ίδιος ο πατέρας μου Ναούμ Α. Τοπάλης, όπως μου είχε διηγηθή και είχε γράψει σε απομνημονεύματά του, τα οποία δυστυχώς δεν διεσώθησαν. Έτυχε μάλιστα, συμπτωματικά με την ως άνω επαναστατική κίνηση των Πηχεωνικών, όπως ονομάσθηκε, κατά το χρόνο εκείνο (1888) να συμβή στον πατέρα μου και το εξής σοβαρό γεγονός. Αυτό μαζί με την κατηγορία της συμμετοχής του στα «Πηχεωνικά» οδήγησε τον πατέρα στις φυλακές Μοναστηριού, για να δικασθή ως επαναστάτης. Το γεγονός το αναφέρω όπως το άκουσα από τον ίδιο. 
Ο πατέρας μου μαζί με τούς δύο αδελφούς είχε από πολλά χρόνια στα Τίρανα * της ’Αλβανίας εμπορικό κατάστημα. Η φίρμα του καταστήματος, όπως και στην αλληλογραφία, ήταν «Ναούμ Άν. Τοπάλης καί αδελφοί» τουρκιστί καί ελληνιστί. Το 1888 επισκέφθηκαν τον πατέρα μου στο κατάστημά του εκεί δύο έμποροι ξένοι, οι οποίοι, όπως τον διαβεβαίωσαν, κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη και είχαν κατάστημα στην Πόλη με υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη. Αυτοί, οι δή­θεν έμποροι, εξέφρασαν την επιθυμία τους να συνεργασθούν εμπορικώς. (Σημειωτέον ότι οι έμποροι από την Μπεάλα στην ’Αλβανία είχαν εμπο­ρικές σχέσεις μέ εμπόρους περισσότερο 'Έλληνας, των πόλεων Μοναστη­ρίου και Θεσσαλονίκης). Φιλοξενήθηκαν από τον πατέρα μου και μέσα στο κατάστημά του έγραψαν επιστολές, που περιέκλεισαν και ταχυδρό­μησαν σε φακέλλους του καταστήματος με την επιγραφή που αναφέραμε.

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Ηθοποιοί βλάχικης καταγωγής της ''χρυσής γενιάς'' των πρωτοπόρων της αλβανικής σκηνής


Ανάμεσα στα κορυφαία ονόματα καλλιτεχνών της αλβανικής θεατρικής σκηνής και του κινηματογράφου συγκαταλέγονται και ορισμένα που προέρχονται από τις βλάχικες κοινότητες, που ήταν διάσπαρτες στην γη των Τόσκηδων -τη Μουζακιά (στον Αυλώνα, την Φιέρι, την Λούσνια κ.α), καθώς και από αυτή των Τιράνων. Ηθοποιοί που αγαπήθηκαν από το κοινό και καταξιώθηκαν μέσα από την δημιουργία ποιοτικών έργων, βάζοντας έτσι την δική τους ανεξίτηλη σφραγίδα στην τέχνη και γενικότερα στην πολιτιστική και πνευματική ζωή του τόπου που γεννήθηκαν και ανατράφηκαν...

Sander (Aleksander) Prosi
Γεννήθηκε στη Σκόδρα στις 6 Ιανουαρίου του 1920 και όταν τελείωσε το δημοτικό συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στα Τίρανα. Η οικογένεια του καταγόταν από την Μπελίτσα (δυτικά της Στρούγκας) και εγκαταστάθηκε τελικά στα Τίρανα, όπου από τον 18ο αι. είχε σχηματιστεί κοινότητα Βλάχων που μετοίκησαν από τον νότο. Οι άνδρες της Μπελίτσας, όλοι σχεδόν, από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, ασχο­λούνταν με το εμπόριο, περισσότερο μανιφατούρας και ειδών παντοπω­λείου. Στις πόλεις Στρούγκα, Αχρίδα, Τίρανα και Δυρράχιο οι μεγαλύτε­ροι έμποροι ήταν από την Μπελίτσα. Οι περισσότεροι όμως ήταν σκορπισμένοι στα χωριά της Δίβρας και Μάτι Αλβανίας[1]. 
Ο πρώτος ρόλος του Sander Prosi ήταν στο δράμα "Vilhelm Teli". Στη συνέχεια πήγε για σπουδές οδοντιατρικής στην Αυστρία τις οποίες όμως τελικά δεν ολοκλήρωσε. Το 1947 έλαβε μέρος σ' έναν διαγωνισμό του Εθνικού Θεάτρου της Αλβανίας όπου και διακρίθηκε. Στο εξής ξεκινά η ενασχόληση του με την τέχνη της υποκριτικής...
Συνέβαλε καθοριστικά στην επαγγελματική σκηνή, στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε σε περίπου 30 ταινίες και συνολικά, στα 35 χρόνια της σταδιοδρομίας του, ερμήνευσε πάνω από 100 ρόλους. 
Ένας δημιουργικός καλλιτέχνης με ιδιαίτερο προφίλ που αγαπήθηκε πολύ μέσα από τους ρόλους του. Με τις ερμηνείες του αποκάλυψε όχι μόνο τις αξίες της τέχνης του ηθοποιού αλλά και την υψηλού επιπέδου μαεστρία του. Κι όπως ο ίδιος δήλωσε: ''το ταλέντο αναπτύσσεται από ένα αίσθημα αγάπης για το έργο''. Δημιούργησε αξέχαστους χαρακτήρες, όπως ο  Vuksani στο ''Δεύτερο Πρόσωπο'' (αλβανικά: Fytyra e dytë), ο Οράτιος στον Άμλετ, ο Οθέλος στον Οθέλο, ο Miller στο ''ίντριγκες και αγάπη'' κ.α. Διαφορετικοί ρόλοι που ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο, όπου κυριαρχεί η απλότητα, διεισδύοντας στις σκοτεινές εσοχές της ψυχολογίας των χαρακτήρων. Συνδύαζε αριστοτεχνικά το τραγικό με το κωμικό και βαθιά μέσα στη συνείδηση του βρισκόταν η επιθυμία να περάσει το ιδιαίτερο μήνυμα, να κατανοήσει το κοινό την ουσία του ρόλου του. Πλούσιος συναισθηματικός κόσμος που εκπέμπει ακτινοβολία. Ο ίδιος θυμόταν ότι, η μητέρα του Αναστασία τραγουδούσε στις φιλικές συγκεντρώσεις, ενώ ο παππούς του ήταν αξιόλογος και δημοφιλής μουσικός.
Διετέλεσε καθηγητής της Ακαδημίας Καλών Τεχνών κατά τη διάρκεια των ετών 1962-1975.
Ο θάνατος του, το 1985, προκάλεσε πολλές διαμάχες στην Αλβανία. Σύμφωνα με κάποιες φήμες, οφείλονταν σε αυτοκτονία αλλά ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα κάτι τέτοιο.
Το 2010, απονεμήθηκε προς τιμήν του από τον πρόεδρο Δημοκρατίας της Αλβανίας ο τίτλος της ''Τιμής του Έθνους'' (αλβανικά: Nder i Kombit)[2][3].

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Ιωάννης Μιχ. Σόντης (Μοναστήρι, 1907 - Αθήνα, 1982)


Ακαδημία Αθηνών
Παναγιώτης Αλ. Παπανικολάου
Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ι. Έχει στο πάνθεον των «υψηλών προγόνων»1 μου την πιο λαμπρή δικαιολογημένα θέση· κι αυτό κάνει το χέρι μου να τρέμει από συγκίνηση, καθώς αρχίζω να υφαίνω τον έπαινο του άνδρα από το Μοναστήρι, που ως άνθρωπος υπήρξε αληθινά σπουδαίος, στην απεραντοσύνη της καλοσύνης του και στη διάθεσή του για προσφορά αφειδώλευτη, ως αγωνιστής της ζωής και της ελευθερίας στάθηκε εξαιρετικά γενναίος και αναδείχθηκε ανιδιοτελής πατριώτης, ως επιστήμονας υπήρξε πράγματι διαπρεπής, κατεχόμενος από ένθεο ζήλο για τη νομική επιστήμη και διακρινόμενος προεχόντως για την βασανιστική προσήλωσή του στην τελειομανία, ενώ ως ακαδημαϊκός δάσκαλος δημιούργησε Σχολή, λατρεύτηκε δε κυριολεκτικά από τους μαθητές του, όσο κανείς ίσως άλλος στην πανεπιστημιακή ζωή της Χώρας μας. Μέλημά μου ωστόσο πρώτο, να μην αφήσω να με παρασύρει εντελώς το έντονο συναίσθημα του σεβασμού και της ευγνωμοσύνης και δώσω έτσι την προσωπογραφία του Δασκάλου μου ιμπρεσσιονιστικά –σε μια στιγμή αποθεώσεως– χρωματισμένη, και ως εκ τούτου αναπόδραστα εξιδανικευμένη, αλλά να παραστήσω τον επιφανή αυτόν άνδρα, όπως αληθινά ήταν. Και μέσα από την εικόνα αυτήν ας αναδειχθεί πλέρια η μεγαλοσύνη του, και άξιος ο έπαινός του. 

ΙΙ. Ο Ι. Μ. Σόντης γεννήθηκε στο Μοναστήρι, την άλλοτε ελληνικότατη αυτήν πόλη της Μακεδονίας, το 1907. Γονείς του ο Μιχαήλ Σόντης (Κτηματίας) και η Παρασκευή Τσομπάνου. Περάτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές –με την βοήθεια του επίσης Μοναστηριώτη γυμνασιάρχη Νότη, στα φιλόξενα χέρια του οποίου τον είχε εμπιστευθεί νύχτα ο πατέρας του όταν έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία στο Μοναστήρι– στη Θεσσαλονίκη το 1925. Το ίδιο έτος ενεγράφη φοιτητής της Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έλαβε δε μετά από τακτικές σπουδές, τον Απρίλιο του 1930, το μεν πτυχίο της Νομικής με τον βαθμό «Άριστα», το δε πτυχίο των Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών με τον βαθμό «Λίαν Καλώς». Ακολούθως υπέστη, το 1931, τις εξετάσεις για την άδεια του δικηγόρου, όπου και επρώτευσε. 
Το 1931 μεταβαίνει για μεταπτυχιακές σπουδές στην Χαϊδελβέργη της Γερμανίας, όπου θα παραμείνει επί τέσσερα και πλέον έτη, στην αρχή με δικές του δαπάνες, αργότερα δε, από τον Σεπτέμβριο του 1934 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1936, ως υπότροφος του Πανεπιστημίου Αθηνών από το Σγούτειο Κληροδότημα. Εκεί με διδασκάλους στη μεν Νομική Σχολή κυρίως τον καθηγητή Ernst Levy, για το Ρωμαϊκό Δίκαιο, και τους καθηγητές Heinrich Mitteis και Eugen Ulmer, για το Αστικό Δίκαιο, στη δε Φιλοσοφική Σχολή τους καθηγητές Eugen Täubler και Karl Meister, για τη ρωμαϊκή ιστορία, τη λατινική φιλολογία και τη μέθοδο της ιστορικής έρευνας, θα επιδοθεί με όλες του τις δυνάμεις, εργαζόμενος ακόμη και κατά τη διάρκεια των διακοπών, στην έρευνα κυρίως των Βασιλικών και των ελληνικών εν γένει επεξεργασιών της ιουστινιάνειας νομοθεσίας του δευτέρου ημίσεος του 6ου και των αρχών του 7ου αιώνα, καρπό δε της έρευνας αυτής θα αποτελέσει η δημοσιευθείσα, το 1937, πραγματεία του με τον τίτλο «Die Digestensumme des Anonymos». Ι. Zum Dotalrecht. (Ein Beitrag zur Frage der Entstehung des Basilikentextes), σελ. VIII + 160 (23ο τεύχος της σειράς: Heidelberger rechtswissenschaftliche Abhandlungen herausgegeben von der Juristischen Fakultät, Verlag C. Winter). Επί τη βάσει τμήματος της πραγματείας αυτής, το οποίο υπέβαλε ως διατριβή στην εκεί Νομική Σχολή, θα λάβει, τον Φεβρουάριο του 1936, τον τίτλο του διδάκτορος της Σχολής αυτής με τον βαθμό «magna cum laude». 
Η πραγματεία αυτή του Σόντη, ακολουθούσα, υπό την σοφή καθοδήγηση του Levy, την ιστορικοκριτική μέθοδο έρευνας, που συνεπάγεται και την μελέτη του ελληνικού και του βυζαντινού δικαίου, στηρίχθηκε σε αυτοτελή και ανεξάρτητη παρεμβληματολογική έρευνα και οδήγησε σε πορίσματα νέα όσον αφορά στην κριτική του κειμένου του Πανδέκτη, εντεύθεν δε παριστά, πράγμα που και διεθνώς αναγνωρίσθηκε στον συγγραφέα, σημαντική συμβολή στο δόγμα γενικότερα του Ρωμαϊκού Δικαίου2

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Τα χωριά Άνω και Κάτω Μπεάλα - Αναστ. Τοπάλη


Οικογένεια εμπόρου από τη Μπεάλα, εγκατεστημένη στη Στρούγκα

Τα χωριά Άνω και Κάτω Μπεάλα. 
Λιμνολεκάνη Στρούγας - Αχρίδος
Αναστ. Τοπάλη

Ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο:

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου στο Μοναστήρι - Αρχιμ. Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης


1. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΗΣ 

Ο υφιστάμενος σήμερα ναός του Αγίου Δημητρίου στο Μοναστήρι κτίσθηκε το 1830. Αυτή η χρονολογία με μαύρα γράμματα υπήρχε προ ετών στη νότια είσοδο του ναού και σήμερα διαβάζεται στην εξωτερική πλευρά του αγίου Βήματος. 
Μαρτυρίες περί του ναού έχουμε ολίγες. Πηγή πολύτιμη αποτελεί το βιβλίο που εξέδωσε -για την εορτή της 100ετηρίδος του ναού- το 1930 ο Велимир T. Арсиђ (Velimir T. Arsits) με τίτλο “Црква св. Великомученика Димитрија у Битољу” (Ο ναός του Αγίου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου στα Βιτώλια)[1]. Πέραν των ιστορικών στοιχείων και των λαϊκών παραδόσεων, περιέχει οικονομικά στοιχεία, πατριαρχικά έγγραφα, βεράτια και φιρμάνια σχετικά με την ίδρυση του ναού, καταχωρισμένα στο αρχείο της εκκλησίας. Γι’ αυτό η αξία του βιβλίου είναι ανεκτίμητη. 
Ο ναός κτίσθηκε, όπως προαναφέραμε, το 1830 στην θέση παλαιοτέρου παρεκκλησίου, τιμωμένου επ’ ονόματι του Αγίου Δημητρίου. Οι λειτουργικές ανάγκες των Χριστιανών του Μοναστηρίου εξυπηρετούνταν τότε από την εκκλησία της Αγίας Κυριακής, από το παρεκκλήσι στο νεκροταφείο του Δοβλετζίκ και από αυτό το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, διαστάσεων όχι μεγαλυτέρων των 8-9 μ. Η χρονολογία ίδρυσης του παρεκκλησίου είναι άγνωστη. ΄Ηδη από το 1805 διέθετε δικό του κηροπλαστείο, με διαρκώς αυξανόμενα έξοδα και έσοδα. ΄Ετσι, ενώ το 1808 η δαπάνη για τον κηροπλάστη και για το κερί ήταν 653 γρόσια και 15 παράδες, το 1825 τα έξοδα ανήλθαν σε 7.237 γρόσια, τα δε έσοδα ήσαν 10.601 γρόσια[2]. Η αύξηση των εσόδων και εξόδων του παρεκκλησίου δηλώνει ότι ο αριθμός των Χριστιανών ολοένα και αυξανόταν. Κατά μία εκδοχή, το παρεκκλήσι καταστράφηκε το 1830 από πυρκαϊά, όπως και τμήμα του Μοναστηρίου[3]. Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως θα δούμε στην συνέχεια, στην αρχή ζητήθηκε η έγκριση της επισκευής και επέκτασης του παρεκκλησίου, το οποίο ήταν μικρό, οι δε τοίχοι του είχαν καταρρεύσει· στη συνέχεια όμως, λόγω του μεγάλου αριθμού των Χριστιανών, άρχισε η ανέγερση νέου ναού[4]. 

Γεγονός καθοριστικό για την ίδρυση του ναού αποτέλεσε η ενθρόνιση του Γρηγορίου, μεγάλου πρωτοσυγκέλλου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ως μητροπολίτη Πελαγονίας το 1825[5]. Τον νέο μητροπολίτη Πελαγονίας συνιστούσε το πατριαρχικό και συνοδικό έγγραφο της 14.10.1825 ως «άνδρα θεοσεβούμενο, δίκαιο και μετριόφρονα, καλό γνώστη των εκκλησιαστικών θεμάτων και αντάξιο της διοικήσεως της καλυτέρας επαρχίας». Το δε σουλτανικό βεράτι καθόριζε ότι «κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρεί από τους Χριστιανούς τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, τα οποία από τα παλαιά χρόνια βρίσκονται στα χέρια τους. Επίσης χωρίς άδεια δεν μπορούν να ελέγχονται από κανένα»[6]. 

Το 1830 ζητήθηκε η άδεια των τουρκικών αρχών για την επισκευή και επέκταση του παρεκκλησίου του Αγίου Δημητρίου. Στην έγκριση του βεζίρη διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ότι «επιτρέπεται να αρχίσουν οι εργασίες για την επέκταση και επισκευή της εκκλησίας, εφιστάται δε η προσοχή όλων, ώστε κανείς να μη αναμιχθεί σε αυτή την υπόθεση». ΄Ομως οι Χριστιανοί του Μοναστηρίου, έχοντας αυτήν την άδεια, άρχισαν την οικοδόμηση νέας εκκλησίας. Αυτό εξόργισε τους Τούρκους του Μοναστηρίου, οι οποίοι απείλησαν ακόμη και την κατάσχεση της εκκλησίας. Για την κατοχύρωση, λοιπόν, των εργασιών χρειαζόταν και φιρμάνι του σουλτάνου[7]. 
Σχετικός με τις συνθήκες, υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια της Υψηλής Πύλης, είναι ο ρόλος του μεγάλου βεζίρη Μεχμέτ Ρεσίτ πασά[8]. O Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς βρέθηκε στο Μοναστήρι κατά τα έτη 1830-18319 , για να καταπολεμήσει τους Αλβανούς ατάκτους. Στα μέσα του 1825 εμφανίσθηκαν Αλβανοί ληστές στις περιοχές Ανασελίτσας, ΄Αργους Ορεστικού, Φλώρινας, Κορυτσάς, Περλεπέ και Αχρίδος[10]. 

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Οι απαρχές της ρουμανικής προπαγάνδας στην περιοχή Γρεβενών


Ο ιερομόναχος Αβέρκιος με παιδιά (από την
Αβδέλλα, το Περιβόλι και το Σέλι) που απέστειλε
για σπουδές στο Βουκουρέστι
Κεφάλαιο Δ' - Η ρουμανική προπαγάνδα στην περιοχή Γρεβενών ως το 1900
- Οι απαρχές της προπαγάνδας
- Ο πρώτος ρουμανίζων ιερέας
- Η οργάνωση των ρουμανικών σχολείων
- Η μεταστροφή του Τέγου στην ουνία
- Το ρουμανικό σχολείο στα Ιωάννινα

Οι απαρχές της προπαγάνδας

Όπως ήδη γράψαμε, ο πρωτεργάτης της προπαγάνδας στη Μακεδονία, ο ιερομόναχος Αβέρκιος από την Αβδέλλα, ξεκίνησε τη δράση του κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1850 στην περιοχή Αχρίδας. Ασφαλώς όμως θα επισκεπτόταν τόσο την ιδιαίτερη του πατρίδα, όσο και τις άλλες βλαχόφωνες κοινότητες. Η πρώτη αναφορά σε διχαστικές τάσεις μεταξύ των Σαμαριναίων γίνεται σε κείμενο του 1856, που συνέταξε στη Λάρισα ο Σαμαριναίος λόγιος επίσκοπος Διοκλείας Χρύσανθος Παπαϊωάννου, μετέπειτα επίσκοπος Θαυμακού (Δομοκού).[220173]. Στο τμήμα του, που επιγράφεται ''Λόγος περί παιδείας και συνδρομής σχολείων'', γράφει περί ταραχών και διχονοιών των κατοίκων της Σαμαρίνας και τονίζει ότι ''δήθεν δια λόγους οικονομικούς αντέδρων εις την ανασύστασιν των ελληνικών σχολείων''.[3327]. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Heuzey, που περιόδευσε στη Θεσσαλία το 1858 σημειώνει ότι φιλοξενούμενος στο Πραιτόρι της οικογένειας του Ζήση Χατζημπύρου, Σαμαριναίου, πληροφορήθηκε ότι οι επαναστάτες είχαν κάψει (1854) το σπίτι του, γιατί δεν θέλησε να ενωθεί μαζί τους. Γράφει συγκεκριμένα ''γιατί δεν θέλησε να ενωθεί με τους Έλληνες''. Στην πρόταση αυτή βλέπουμε ένα πρώτο ίχνος της επιδράσεως της ρουμανικής προπαγάνδας.[10978]

Ο Αβέρκιος και ο Μαργαρίτης άρχισαν να οργανώνουν την προπαγάνδα στις βλαχόφωνες κοινότητες της Πίνδου από το θέρος του 18621. Το γεγονός ότι από την Αβδέλλα καταγόταν ο καθηγητής του πανεπιστημίου Ιασίου Ιωάννης Καραγιάννης και η οικογένεια Παπαχατζή, που διέπρεπαν στη Ρουμανία, είχε ως αποτέλεσμα να οργανωθεί εκεί ισχυρή φιλορουμανική ομάδα. Δραστήριο μέλος της προπαγάνδας ανεδείχθη ο Δημήτριος Μανάκιας, πατέρας των γνωστών φωτογράφων και κινηματογραφιστών.[6736]
Ο Αβέρκιος κατευθύνθηκε και προς το Σέλι, όπου διέμενε, μεταξύ άλλων οικογενειών Βλάχων από την Πίνδο, και η οικογένεια Μπαδραλέξη2. Κύριος σκοπός τόσο στην Πίνδο όσο και στο Βέρμιο ήταν η συγκέντρωση παιδιών για σπουδές στη Βλαχία. Μεταξύ των επτά πρώτων που απέστειλε, συγκαταλέγονταν οι Δαούκης Γεώργιος3 και Σιώμου Γιαννούλης από τη Σαμαρίνα, οι Καϊρέτης Γεώργιος3 και Παπαστεργίου Γεώργιος από την Αβδέλλα και ο Τάτσης Απόστολος μάλλον από το Περιβόλι.[20675]. Οι σπουδαστές, επιστρέφοντας κατά το θέρος στα χωριά τους, εντυπωσίαζαν με τη στολή που φορούσαν και τις περιγραφές για τον τρόπο διαβιώσεως και το επίπεδο των σπουδών τους στο Βουκουρέστι. Από το πρώτο έτος των σπουδών τους χρησιμοποιήθηκαν ως δάσκαλοι της ρουμανικής γλώσσας.[20678]. Το ίδιο επανελήφθη και κατά το θέρος των επόμενων ετών. Το θέρος του 1865 ο Αβέρκιος επανήλθε για μια ακόμη φορά στην περιοχή Γρεβενών, φέροντας ρουμανικά αλφαβητάρια και σχολικά είδη. Συγκέντρωνε τους μαθητές στην οικία του και δίδασκε στοιχεία ρουμανικής γλώσσας. Μεταξύ των τριών νέων από το Περιβόλι, που απεστάλησαν τότε στη Ρουμανία, ήταν ο Δημήτριος Τέγος.[20678, 89]. Το 1866, αποφοίτησαν οι πρώτοι σπουδαστές και από αυτούς οι Γεώργιος Δαούκης και Γιαννούλης Σιώμου, που μετέτρεψε το επώνυμο του σε Τομέσκου, διορίστηκαν σε ρουμανικά σχολεία4.[20675]. Ο Αβέρκιος, κατά το έτος εκείνο, παρέλαβε τέσσερα αγόρια. Τονίζεται στις αναφορές των προξένων ότι όλοι οι νέοι ήσαν παιδιά φτωχών οικογενειών και φυσικό ήταν οι γονείς τους να υποκύψουν στο οικονομικό δέλεαρ της προπαγάνδας.[159192]. Κατά το θέρος του 1867 κάποιος Στέφανος από την Αβδέλλα ήρθε να διδάξει στις ορεινές κοινότητες των Γρεβενών στη ρουμανική γλώσσα και ίδρυσε σχολείο στην Αβδέλλα με την υποστήριξη του Μαργαρίτη. Το φθινόπωρο κατήλθε στα Γρεβενά. Ο πρόξενος στα Ιωάννινα Φραγκούδης έγραφε ότι στην Αβδέλλα απέτυχε του σκοπού του, αλλά αυτό δεν ήταν αληθές. Ή είχε ελλιπή ενημέρωση ή σκοπούσε στο να μετριάσει τις εντυπώσεις από την επιτυχία της προπαγάνδας.[20674-79],[159192]

Ο Φραγκούδης θεώρησε υπεύθυνο για την ανοχή στις κινήσεις του Στεφάνου τον μητροπολίτη Γρεβενών Γεννάδιο (1864-1873) και έγραψε σε αναφορά του (1868): ''...εγένετο κατά την περίστασιν ταύτην όργανον της εν Βουκουρεστίω Επιτροπής, πολλά δε είναι εκείνα άτινα πείθουσί με ότι η Σεβασμιότης του επέτρεψε του σχολείου τούτου την σύστασιν και ότι συνήνεσε να δεχθή προσφοράς χρημάτων, γενομένας αυτώ εκ μέρους της εν λόγω Επιτροπής. Προς ενίσχυσιν των υπονοιών τούτων επήλθε και η προ τινος καιρού γενομένη προς αυτόν παρά του Ηγεμόνος της Ρωμουνίας απονομή πολύτιμου εγκολπίου''.[159192]. Κατά τον Pinett γράφει ότι τις ανησυχίες του Πατριαρχείου κατεύνασε ο ίδιος ο Μαργαρίτης, που μετέβη στην Κωνσταντινούπολη με το ψευδώνυμο Νικολαϊδης.[23914]. Η άποψη αυτή περιβάλλεται από μεγάλη δόση μυστικοπάθειας. Προς τι να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο ένας πρώην υπότροφος της οθωμανικής Αυλής και πως ήταν δυνατόν να επηρεάσει το Πατριαρχείο ευνοϊκά υπέρ των σκοπών του;5. Η αφελής ή ιδιοτελής στάση του μητροπολίτου Γεννάδιου επικρίθηκε από τον εκ Κοζάνης Αδαμαντίδη, που έγραψε πως οι Βλάχοι ''ομιλούσι την ελληνικήν και ουδέποτε συγκατατίθενται εις ιδιαίτερον εθνισμόν, ως εφαντάσθη, δυστυχώς, και ο Άγιος Γρεβενών κ. Γεννάδιος''.[8311]

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Ζητήματα δημοκρατίας και «ελληνικός δάκτυλος»


Τις τελευταίες δύο μέρες στα μέσα ενημέρωσης της Αλβανίας κυριάρχησε η πράξη παραίτησης απ την Κοινοβουλευτική Ομάδα του κυβερνώντος Σοσιαλιστικού Κόμματος του βουλευτή Πρεμετής, Βλαδίμηρου Κώστα. Με μια επιστολή καταπέλτη κατηγοριών για τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την εξουσία ο Πρωθυπουργός Έντι Ράμα ο κ. Κώστα, κατά τα άλλα χαμηλών τόνων νέος πολιτικός, είχε το πολιτικό θάρρος να θέσει δημόσια όσα πολλοί ψιθυρίζουν σχετικά με την καταστρατήγηση όλων των κανόνων της δημοκρατίας στο εσωτερικό του κόμματος τους (μικρό το κακό) όσο κυρίως της αδιαφάνειας με την οποία κυβερνά διολισθαίνοντας στον κίνδυνο της αυταρχίας και της καθεστωτικής νοοτροπίας.

Πέραν των άλλων ο κ. Κώστα κατηγορεί τον Πρωθυπουργό για στενό εναγκαλισμό με τους ακραίους εθνικιστές του PDIU των τσάμηδων.

Έθιξε κατά συνέπεια με το σθένος του ή από δικούς του πολιτικούς σχεδιασμούς ο βουλευτής Πρεμετής, ευαίσθητα σημεία της κυβερνητικής πλατφόρμας του Ράμα. Αυτό προφανώς ήταν αρκετό όλο το φάσμα των ΜΜΕ που συνδέονται ποικιλοτρόπως με το Ράμα να επιδοθούν σε μια εκστρατεία δημόσιας καταδίκης του αγανακτισμένου βουλευτή.

Εμείς θέλουμε να εστιάσουμε σε δημοσιεύματα και σχόλια που για άλλη μια φορά «ανακάλυψαν» τον ελληνικό δάκτυλο που αναμειγνύεται στην πολιτική ζωή της χώρας. Προσωπική φιλία του εν λόγω βουλευτή με τον Πρόεδρο της Ενώσεως για Ανθρώπινα Δικαιώματα Β. Ντούλε, η καταγωγή του από βλάχικη οικογένεια της Πρεμετής και το γεγονός ότι έχει εκφράσει κατά καιρούς θέσεις υπέρ των ελληνοαλβανικών σχέσεων, δημιούργησαν άλλη μια φορά τις προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούν αμφίβολες τις προθέσεις και ειδικά τα κίνητρα της πολιτικής του πράξης απομάκρυνσης απ’ την κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος ΣΚ.

Αντί λοιπόν να εστιάσουν στα λεχθέντα υπό του βουλευτή τα οποία εν πολλοίς αναδεικνύουν την παθογένεια της διακυβέρνησης Ράμα πετούν και πάλι τη μπάλα στις κερκίδες οι εργολάβοι του αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Ούτε ζητήματα που αφορούν στην προώθηση της δημοκρατίας δεν μπορούν πλέον να θέσουν όσοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν σχέση με την Ελλάδα και τον ελληνισμό. Ωστόσο όμως αυτό αποτελεί διαχρονική αποστολή του ελληνισμού. Ας μην διαφεύγει το γεγονός ότι και οι πολιτικές πρωτοβουλίες του άλλου πολιτικού του ΣΚ, Μπεν Μπλούσι, έτυχαν της ίδιας αντιμετώπισης καθώς και εκείνος κατάγεται απ’ την Κορυτσά και έχει τις δικές του ευαισθησίες. Ο ολοκληρωτισμός της ισλαμικής νοοτροπίας υποβόσκει και τείνει να σκοτώνει με τρόπους τέτοιους υποβόσκουσας διάθεσης καταπίεσης κάθε πρωτοβουλία έκφρασης διαφορετικής απ του κατεστημένου άποψης.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Πάνας, ο τραγοπόδαρος θεός των ποιμένων


Βοσκόπουλο με φλογέρα
Ο Πάνας ήταν ο τραγοπόδαρος θεός των ποιμένων και των ποιμνίων και κατοικούσε σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες στα βουνά της Αρκαδίας. Ήταν γιος του αγγελιοφόρου των θεών, του Ερμή και της Νύμφης Δρυόπης. Το παιδί που αυτή γέννησε είχε αποκρουστική όψη, πόδια τράγου, μυτερά αυτιά, δυο κέρατα στο κεφάλι και το προσωπό που καλυπτόταν από πυκνή γενειάδα. Η Δρυόπη μόλις τον είδε τρόμαξε και τράπηκε σε φυγή εγκαταλείποντας το παιδί της. Ο Ερμής τότε τον λυπήθηκε, τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έφερε στην κατοικία των θεών, στον Όλυμπο. Όλοι οι θεοί μόλις τον είδαν άρχισαν να γελούν γοητευμένοι από τη μορφή του. Περισσότερο δε απ' όλους, ο θεός του κεφιού, ο Διόνυσος, που με χαρά δέχτηκε να έρθει στη συντροφιά του και τον ονόμασε Παν, επειδή οι πάντες ευχαριστήθηκαν όταν τον είδαν.

Οι ποιμένες τον θεωρούσαν ως προστάτη τους και έκαναν συχνά σπονδές και αφιερώσεις σε αυτόν. Προστάτη τους τον θεωρούσαν επίσης και όσοι μάχονταν κι αγωνίζονταν δίκαια, γιατί θεωρούσαν ότι με τη βοήθειά του θα καταφέρναν να τρέψουν σε φυγή τους εχθρούς τους, σπέρνοντάς τους τον πανικό, λέξη που προέρχεται από το όνομα του θεού. Αλλά και ο ίδιος ο Πάνας απαιτούσε από τους θνητούς να μην ολοιγορούν να του κάνουν αφιερώσεις. Ιδιαίτερα οι αρχαίοι Αρκάδες λάτρευαν τον Πάνα και τον αναγνώριζαν σαν το δικό τους θεό. Του αφιέρωσαν ιερά, όπως στο Λύκαιο και στη Μεγαλόπολη, έκτισαν βωμούς και του αφιέρωσαν μυσταγωγικές τελετουργίες προς τιμήν του, τελετουργίες που απαιτούσαν μύηση από τους νέους λατρευτές. Η μορφή του εμφανίζεται - συχνά επιβλητική και άλλοτε αινιγματική - σε ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες, σε αναθήματα, γλυπτά και σε νομίσματα.
[ ] Στις αναπαραστάσεις του ο Πάνας πάντα κρατούσε στο ένα χέρι τη σύριγγα και στο άλλο συνήθως μια γκλίτσα. Επειδή η μορφή του ήταν αλλόκοτη και τρόμαζε όσους πλησίαζε, ήταν συνήθως μόνος του, βρίσκοντας πάντα θερμή υποδοχή στην παρέα των Σάτυρων και του Διονύσου. Ο Πάνας φημιζόταν για τη μουσική και τις μελωδίες του με τις οποίες μάγευε τα ζώα, τα πουλιά και τις Νύμφες του δάσους. Αγαπούσε το τραγούδι, το χορό και το γλέντι και επιδιδόταν σε αυτά, με συντροφιά τις Νύμφες, το Διόνυσο και τους Πανίσκους.